Καθόμουν σ΄ ένα από τα θεωρεία του διάσημου Θεάτρου Μπολσόι, έργο του Άλμπερτ Καβός που ολοκληρώθηκε κατασκευαστικά το 1856 και που ξανάνοιξε τις πύλες του μετά από χρόνια εργασιών. Δύο μέρες στην Μόσχα, εκατό μέρες. Με τα ταξίδια ξεγελάς τον χρόνο. Λες και σου δίνει μέρες μπουρμπουάρ! Καθόμουν σ΄ένα από τα θεωρεία του Θεάτρου Μπολσόι και ταξίδευαν τα μάτια γιρλάντα την γιρλάντα, χρυσή μπορντούρα την χρυσή μπορντούρα, ανεβοκατέβαιναν στην τεράστια βαρύτιμη κουρτίνα της σκηνής, σκάλωναν στον πολυέλαιο της οροφής. Ονειρευόμουν, φανταζόμουν, έστηνα με το μυαλό σκηνές. Χτυποκάρδια, βλέμματα για «εκείνον», για «εκείνη», μάτια να ψάχνουν να εντοπίσουν ανάμεσα στο πλήθος. Τι ηδονικό θα ήταν το φλερτ από θεωρείο σε θεωρείο!
Γύρω μου άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων. Και κείνο το κοριτσάκι, με τα κατάξανθα ατελείωτα μαλλιά, σαν νεράιδα από παιδικό βιβλίο, με το βελούδινο φορεματάκι με τα άσπρα γιακαδάκια, στητό σαν μπαλαρίνα που μέτραγε και τις αναπνοές των χορευτών. Σ΄όλη την παράσταση την χάζευα στο διπλανό μου κάθισμα. Πόσα παιδιά γαλουχήθηκαν σ΄αυτές τις χώρες, στην βαθιά γνώση των τεχνών από τα γεννοφάσκια τους! Πόσοι άνθρωποι γύρω μου στέκονταν όρθιοι (δεν έχουν όλα τα θεωρεία, ιδανική θέα προς την σκηνή), ακίνητοι, λαμπάδες, προκειμένου να «ζήσουν» κάθε δευτερόλεπτο του έργου. Η ησυχία τόσων ανθρώπων, η Απόλυτη, παραπέμπει σε ναό και το χειροκρότημά τους την κατάλληλη στιγμή, στο σωστό ορχηστρικό σημείο προδίδει την τεράστια γνώση, την κουλτούρα του Ρώσικου λαού. Παρακολούθησα Ζιζέλ του Α.Adam με την Anna Antonicheva και τον Nikolay Tsiskaridze. Δάκρυσα από την ομορφιά. Ναι δάκρυζα. Γι΄αυτά τα αερικά που θαρρείς γεννήθηκαν μόνο για να χορεύουν. Δάκρυζα για την πλαστικότητα των αγαλμάτινων κορμιών, για τον ρυθμό, τον συγχρονισμό, για την ακύρωση κάθε νόμου βαρύτητας, για το ότι χάιδευαν με τις πουέντ το πάτωμα ενώ πηδούσαν. Τι τύχη! Πόνεσαν τα χέρια να χειροκροτούν.
Ήταν μια μέρα μαγευτική από την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος. Μια μέρα απ΄αυτές που μακαρίζεις την τύχη σου και που ότι φόρο σου ζητήσει ο Θεός. Έχει αυτή την τζαναμπετιά ο Θεός όταν περνάς καλά. Είσαι πρόθυμη να τον πληρώσεις. Χαλάλι! Μια Κυριακή, εκατό Κυριακές!
Ξεκινήσαμε από τον Καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού. Ενός ναού που είχε ανατιναχτεί με εντολή του Στάλιν το 1931 και που η ανοικοδόμησή του από το 1994-1997 ήταν ένα φιλόδοξο κατασκευαστικό έργο με πολλές διχογνωμίες λόγω του πολυδάπανου του εγχειρήματος (ξεπέρασε τα 200 εκατομμύρια δολάρια) την ίδια στιγμή που οι Μοσχοβίτες υπέφεραν από την ανέχεια. Έχω επισκεφτεί πολλούς θρησκευτικούς χώρους ορθόδοξων εκκλησιών. Μόνο στην Μεγαλομάτα στο Κτικάδο της Τήνου καταλαβαίνω δοξολογία. Αυτή ήταν η δεύτερη λοιπόν φορά. Μιλάμε για μυσταγωγία. Ίσως είναι η εκδίκηση μιας θρησκείας παραγκωνισμένης σχεδόν φιμωμένης για πολλά χρόνια, ίσως το γεγονός ότι οι πιστοί στέκονται όρθιοι, δεν υπάρχουν καρέκλες, και αναγκαστικά προσηλωμένοι απόλυτα, ίσως η χορωδία, ίσως οι μαντίλες που φοράνε οι γυναίκες…Ναι οι μαντίλες! Σαν κορνίζες που καδράρουν το πρόσωπο. Πώς να σας μεταφέρω την ατμόσφαιρα; Πώς να σας μεταφέρω τις εικόνες; Πάλεψα με την συνείδησή μου για να μη βγάλω φωτογραφία εκείνο το πλάσμα με την αλαβάστρινη επιδερμίδα, τον λαιμό κύκνου, τα μάτια σκαλωμένα στον ουρανό και τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπο καθ΄όλη την διάρκεια. Τούτος ο λαός έχει πονέσει, έχει χάσει τον δρόμο και τον έχει ξαναβρεί χίλιες φορές.
Περπατήσαμε με τον Dmitry στον περίβολο, διασχίσαμε την γέφυρα, μου μίλησε για τα παιδικά του χρόνια. Κομμουνισμός. Περεστρόικα. Περάστε! Με συνοπτικές διαδικασίες. Περήφανος λαός. Δεν αξιώθηκε αργά βήματα προσαρμογής. Δεν αξιώθηκε χρόνο. Άλματα ακραία η ιστορία του. Κι αγώνας επιβίωσης. Σε τούτη την στροφή της ιστορίας, σε πρώτη ανάγνωση η Ρωσία μοιάζει να έχει παραδοθεί στον καπιταλισμό.
Μετά επισκεφτήκαμε το μουσείο Καλών Τεχνών Πούσκιν. Σταθήκαμε κάτω από τα αρχαιοελληνικά αγάλματα. Κατασκόπευσα μαθητές σχολείου να μελετάνε μνημεία της χώρας μου. Είναι και οι μέρες δύσκολες! Είμαι και σε περίεργη ηλικία. Σαν μαχαίρι στην καρδιά. Πονάνε πια οι ερωτήσεις «πότε επιτέλους θα αποφασίσετε να δουλέψετε οι έλληνες;», «Μα αλήθεια πόσα χρήματα φάγατε;» Μαστιγώνουν τα συγκαταβατικά χτυπήματα στην πλάτη και τα λόγια συμπαράστασης «θα τα καταφέρετε» Σφίγγω καιρό τώρα στα δόντια πολλά γαμοσταυρίδια. Κρατάω φυλαγμένο έναν κόμπο στο λαιμό. Πορεύομαι. Και ρουφάω οξυγόνο όπου βρω. Όπως στο κτίριο των ιμπρεσιονιστών του Μουσείου Πούσκιν. Στα χρυσόψαρα του Ματίς, στα πλάσματα που πετούν πάνω από πόλεις του Σαγκάλ, στην δύνη των έργων του Βαν Κόνγκ, στα γυμνά του Ρενουάρ, στο φως του Μονέ, στην αλήθεια του Μανέ, στα ξέχειλα του Μποτέρο, στα μουσικά του Καντίνσκι. Πνίγηκα στις πινελιές και στην σοφία. Στην ιστορία όπως αποτυπώνεται από μεγαλοφυή πλάσματα.
Η συνέχεια μας βρήκε στον 22 όροφο της Ακαδημίας Καλών Τεχνών σ΄ένα κτίριο εκκεντρικό, ακραίο, άσχημο στα μάτια των πολλών. Από τον 22ο όροφο να χαζεύουμε μια ηλιόλουστη Μόσχα και τους Πύργους σταλινο-γοτθικού ρυθμού να δεσπόζουν. Το απόγευμα σας περιέγραψα ήδη την εμπειρία μας στο Θέατρο Μπολσόι. Και μετά οι Ρώσοι φίλοι μας μου είχαν μια έκπληξη. Στην μποέμικη περιοχή η Λίμνη του Πατριάρχη, Πατριάρχε Ποντ, ένα ρώσικο μουσικό εστιατόριο το «Μαργαρίτα Ρ». Ατμόσφαιρα σαν να ξεπήδησε από βιβλίο ρώσικης λογοτεχνίας. Βιβλία παντού, απλίκες, χαμηλός φωτισμός, παράταιρα αντικείμενα και μπιμπλό σαν αυτά που χαρίζαμε κάποτε σε εορτάς, μια γριά με κατακόκκινο μαλλί και κραγιόν, δουλεμένο μηχάνημα το σώμα της, να σερβίρει ποτά, ένα πιάνο, δυο βιολιά, μερικές παρτιτούρες.
Νεκρή φύση σε πίνακα. Μπλίνις και μπρικ και ξινή κρέμα και τουρσί. Βότκες. Τσουγκρίσματα, προπόσεις. Τρελαίνονται οι Ρώσοι για προπόσεις…Και εμφανίζονται τρία νεαρά παιδιά, θαρρείς μαθητές που μόλις σχόλασαν από το ωδείο και παίρνουν τα όργανα κι αρχίζουν. Κα-λί- Κακαλί- Κακα λί- Κακαγιά… Και Ο τσιτσόρνια… Και χάνουμε τον έλεγχο. Και τσουγκρίζουμε βότκες και ξανά βότκες. Και σκίζει την μνήμη μου κι έρχεται από το παρελθόν μου. Ο δικός μου Κώστας. Τι όμορφο να συναπαντηθώ νοερά μαζί του σε τούτο το τραπέζι την μέρα της ονομαστικής του γιορτής. Ο πατέρας μου. Οι Κυριακές μου μαζί του. Τότε που βάζαμε στο πικ απ τον δίσκο με την ορχήστρα του Πωλ Μοριά σε ρώσικα τραγούδια. Και χορεύαμε καζατζόκ. Μα τι χορό κάναμε! Και έρχονταν και ο φίλος του Μάνος Κατράκης στο σπίτι μας και απήγγειλε Ερωτόκριτο. Και βουρκώναμε απαγγέλοντας Ρίτσο. Το πρωινό άστρο. Το καπνισμένο τσουκάλι. Όχι δεν ασπάζονταν τον κομμουνισμό η οικογένειά μου. Μη μπερδεύεστε. Πάντα είχαμε ανοιχτό παράθυρο να φέρνει δροσερό αεράκι. Τους το χρωστάω!
Σας μεταφέρω μια συζήτηση με μια ρωσίδα φίλη «Μαρίνα απ΄όλες τις καταστάσεις οι άνθρωποι νοσταλγούν κάτι. Εσύ από τα χρόνια του κομμουνισμού στη χώρα σου, υπάρχει κάτι που νοσταλγείς;». Στάθηκε. Οι κόρες των ματιών της πήγαν πέρα δώθε. «Μέναμε μια οικογένεια σε κάθε δωμάτιο. Έτσι ήταν η αναλογία στα διαμερίσματα. Δύσκολες οι συνθήκες. Ωστόσο είχαμε ένα τεράστιο δέσιμο. Και να σου πω κάτι; Είχαμε…Πώς να στο πω; Ιδανικά!» Κοντοστέκεται και πάλι. Χαμογελάει. Διστάζει. Παίρνει μια ανάσα. Ξαναρχίζει. «Έστω κι αν τα περισσότερα διαψεύστηκαν στην συνέχεια των χρόνων. Είχαμε ιδανικά. Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να πιστεύει, να ελπίζει σε κάτι», «Και τώρα που βλέπεις τα παιδιά και τα εγγόνια σου και σένα την ίδια ν΄απολαμβάνεις οικονομική ευημερία τι βιάζεσαι να μεταδώσεις; Τι θέλεις οπωσδήποτε να τους πεις;», «Δεν απολαμβάνουν όλοι την ευημερία που βλέπεις. Πολλοί πεινάνε. Στη Μόσχα και λίγα χιλιόμετρα έξω από την Μόσχα. Είναι άλλος κόσμος. Στον κομμουνισμό σε βεβαιώνω δεν πεινούσαμε. Περνούσαμε πολύ πολύ δύσκολα αλλά δεν πεινούσαμε. Στα παιδιά και στα εγγόνια μου θέλω να διδάξω ότι ο πραγματικός πλούτος είναι η γνώση. Γι αυτό μια φορά την εβδομάδα, ο κόσμος να χαλάσει τους συνοδεύω στα θέατρα και στα μουσεία. Μια φορά την εβδομάδα ανελλιπώς».
Στη Μόσχα πέρασα τρεις μέρες. Ήταν ένα επαγγελματικό ταξίδι που στριμώξαμε και αναψυχή. Περπατήσαμε στο Κρεμλίνο. Φωτογραφήθηκα στην Κόκκινη πλατεία. Το βράδυ είναι σαν σκηνικό θεάτρου. Μαγευτική! Μπήκαμε σε εκκλησίες. Μελετήσαμε εικόνες. Είδαμε με δέος τα κτίρια των Πανεπιστημίων με την στιβαρή, μνημειακή σταλινο-γοτθική αρχιτεκτονική αλλά και όλα τα αρχιτεκτονικά στιλ που μπορεί να φανταστεί κανείς δίπλα δίπλα όπως για παράδειγμα στη Prechistinka ή στην Αρμπάτ. Η Μόσχα είναι ζωντανό αρχιτεκτονικό μουσείο. Φανταστήκαμε το φόβο που προκαλούσαν στους ανθρώπους τα διαβόητα κτίρια και τα συστήματα μεθόδων παρακολούθησης της KGB…Πόσοι σπατάλησαν και σπαταλούν τις ζωές τους κατασκοπεύοντας τις ζωές των άλλων; Γευματίσαμε στο Πούσκιν καφέ που σας συστήνω ανεπιφύλακτα για την φοβερή του ατμόσφαιρα. Πόσα κάναμε σε τρεις όλες κι όλες μέρες! Μα πάνω απ΄όλα ήρθαμε σε επαφή με αληθινούς φιλέλληνες. Με ανθρώπους που θέλουν να επενδύσουν στην Ελλάδα. Που έχουν επενδύσει ήδη σε μια χώρα μπερδεμένη, ακραία αδιάφορη για επενδυτές… Μεγάλη, στενάχωρη ιστορία. Τι να σας λέω!..Θα είχα πολλά να γράψω. Πολλούς να φτύσω. Ακραία ηλίθιους, αναποτελεσματικούς, φρικτά επιπόλαιους. Σταματάω εδώ. Είναι περίεργες οι μέρες. Πονάνε. Είμαι και γω σε περίεργη ηλικία. Μαστιγώνει κάθε χτύπημα ενθάρρυνσης στην πλάτη, Στην Ρωσία ένοιωσα όμορφα. Ίσως γιατί μπορούσα να μοιραστώ πολλά μ΄ένα λαό που έζησε την ιστορία του σαν να χορεύει καζατζόκ…Όσες φορές έπεσε στη γη άλλες τόσες σηκώθηκε και πήδηξε ψηλά.
Αυτό ελπίζω και γω για τη δική μου χώρα. Γιατί τα έχουμε ξαναπεί αναγνώστες σύντροφοι. Το πιο ξυράφι ανέκδοτο, το πιο σαδιστικά κυριολεκτικό που έχω ακούσει στη ζωή μου και ταιριάζει γάντι στα χρόνια μας είναι αυτό. Δυο φίλοι, πρώην ανατολικών χωρών συναντιούνται ξαφνικά. Φιλιούνται, αγκαλιάζονται και λέει ο ένας «Τελικά φιλαράκο ότι μας είχαν πει για τον κομμουνισμό ήταν όλα ψέματα» και απαντάει ο άλλος «και ότι μας είχαν πει για τον καπιταλισμό ήταν όλα αλήθεια»…Όχι στο σπίτι μας δεν ασπαστήκαμε τον κομμουνισμό. Ούτε τον καπιταλισμό. Είχαμε πάντα ένα ανοιχτό παράθυρο να φέρνει δροσερό αεράκι. Τους το χρωστάω. Dmitry, Yuri, Marina, Katia, Helena, Justine, Rudy, Tom….Σπασίμπα!
Θα την βρούμε την άκρη…
Παιδί μου, έτσι θέλω να ταξιδεύεις. Θα σου το λέω συνέχεια!