Οι "περιπέτειες", οι αγωνίες, οι χαρές, οι περήφανες στιγμές και ότι άλλο προσφέρει μια νέα ζωή σε έναν νέο πατέρα. Ευτυχία πάνω από όλα!
Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013
Κείμενο γλυκό, αληθινό...
Ένα κείμενο για τις δυσκολίες τις ζωής και το πως πρέπει να τις βλέπουμε...
Οι σταυροί μας μοιάζουνε - Αύγουστος Κορτώ

Photo: nualabugeye/Flickr
Μαθαίνεις νωρίς στη ζωή ν’ αποστρέφεις το βλέμμα – απ’ τον γέρο που με σκυφτό κεφάλι θαρρείς περιμένει τον Χάρο, απ’ τον ακρωτηριασμένο ζητιάνο με την αδιανόητη μοίρα του, απ’ τη γυναίκα που κοιμάται στο παγκάκι μ’ όλα της τα υπάρχοντα μες σε φθαρμένες πλαστικές σακούλες. Και είναι ανθρώπινο: καθώς δεν νοείται ύπαρξη χωρίς τον πόνο της, πρέπει κάπως να αμυνθείς ενάντια στον κατακλυσμό της οδύνης που απειλεί να σε πνίξει έτσι κι αφήσεις τις πόρτες της καρδιάς ορθάνοιχτες στα βάσανα των άλλων.
Κι όπως αν υψώσεις τον αντίχειρά σου μπρος στα μάτια σου μοιάζει πιο μεγάλος κι απ’ το βουνό που στέκεται στο βάθος, έτσι και το δικό μας βάσανο, ο σταυρός που κουβαλάμε, φαντάζει ο πιο ασήκωτος του κόσμου – και τις στιγμές της μοναξιάς και του αυτοοικτιρμού αναρωτιόμαστε, μονολογώντας δραματικά, «Γιατί σε μένα;», λες κι ο καημός μας ξεδιάλεξε απ’ όλη την πλάση για να μας επισκεφθεί.
Και με την ίδια ευκολία που υποτιμάμε την ταλαιπώρια τ’ αλλουνού, λέγοντας από μέσα μας, «Σιγά τ’ αυγά – εγώ να δεις τι τραβάω» (δίχως να υποψιαζόμαστε ότι κι αυτός που έχουμε απέναντί μας μπορεί να σκέφτεται το ίδιο ακριβώς), έτσι, με ενστικτώδη βιασύνη, κρίνουμε κάθε πλάσμα που δεν σηκώνει το δικό μας άχθος ανέμελο κι ευλογημένο από την τύχη. Όποιος έχει περάσει κατάθλιψη, την ύπουλη αυτή και πεισματάρα αρρώστια στη διάβρωση της οποίας κανείς δεν είναι άτρωτος, θα ξέρει αυτό το αυθαίρετο παράπονο: να περπατάς στον δρόμο, και κάθε περαστικό που προσπερνάς να τον θεωρείς απείρως τυχερό, και κατά βάθος πανευτυχή – ακόμα κι αν το πρόσωπό του είναι χαρακωμένο από την έγνοια – μακαρίζοντας και φθονώντας τον και παρακαλώντας το αδιάφορο σύμπαν να πάρει απ’ την ψυχή σου αυτό το μαύρο τόπι του αδιάλειπτου σπαραγμού και να το φυτέψει σ’ αυτόν τον άγνωστο, έστω και για μια στιγμή ανάτασης κι ανάσας.
Ωστόσο αν οι δυνάμεις του τυχαίου μας έκαναν αυτή τη χάρη, μπορεί να βρισκόμασταν προ απροόπτου, κι αντιμέτωποι με μια δυστυχία ακόμη μεγαλύτερη που ούτε την υποψιαζόμασταν. Διότι με τον ίδιο τρόπο που ο καθένας μας μαθαίνει να συγκαλύπτει τη δοκιμασία του, κρύβοντας το αποπνικτικό της αίσθημα πίσω από ένα χαμόγελο συνύπαρξης, μια μάσκα που να περνά απαρατήρητη στο πλήθος, έτσι και κάτω απ’ τη χαρωπή, απαστράπτουσα επιφάνεια της κοπέλας που βγαίνει από ένα μαγαζί φορτωμένη με ψώνια μπορεί να λουφάζει μια απόγνωση που δεν καταλαγιάζει μ’ όσα καινούργια αποκτήματα κι αν την εξευμενίσεις, κι ο τύπος που μιλά όλο ευθυμία στο κινητό, με τη γοργή περπατησιά του σπρωγμένη θαρρείς απ’ όλη την ευδαιμονία της οικουμένης, μπορεί να βιάζεται να φτάσει σε κάποια κρυψώνα (στην τουαλέτα του γραφείου όπου περνά τις μέρες του δουλεύοντας απλήρωτος, ή σ’ ένα σπίτι έρημο σαν την καρδιά του) για να κλάψει με την ψυχή του.
Όλα αυτά βεβαίως τα ’μαθα με το άγριο: όταν, παιδάκι ακόμα, αναρωτιόμουν με θυμό γιατί να μην είναι και η δικιά μου μάνα σαν τις άλλες – δυναμική, ανεξάρτητη, μα πάνω απ’ όλα χαρούμενη –, έπειτα στην εφηβεία, όταν καταριόμουν το σκαρί και τη φτιαξιά μου, και σκεφτόμουν πόσο πιο εύκολη θα ’ταν η ζωή μου αν μου άρεσαν τα κορίτσια, και ξανά τις τρεις φορές που αρρώστησα, όταν βολοδέρνοντας άγρυπνος στο κρεβάτι αναθεμάτιζα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα μ’ αυτό το σαράκι στην ψυχή και στον εγκέφαλο, να με τρώει λες και δεν τράβηξα αρκετά.
Κι αν με τα χρόνια κατάφερα να περιορίσω τη μεμψιμοιρία σε φευγαλέες δόσεις αντί να την αφήσω να με κυριεύσει, το χρωστώ στην αγάπη συγκεκριμένων ανθρώπων, και στην αδιάκοπη φροντίδα τους – μα και στο γεγονός ότι, σταδιακά, έμαθα να τοποθετώ τον εαυτό μου στη θέση του άλλου, προσπαθώντας να δω τη ζωή με τα δικά του μάτια.
Διότι, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, με τι θράσος βρίζω την τύχη μου όταν έχω ένα ζεστό κρεβάτι να κοιμηθώ και ξέρω ότι δεν θα πεινάσω; Πώς να συγκρίνω τους φόβους μου με την αγωνία του μετανάστη που βλέπει γύρω του την πανούκλα του ρατσισμού να εξαπλώνεται ολοένα, και τρέμει το φυλλοκάρδι του κάθε φορά που ξεπορτίζει απ’ το δωμάτιο όπου κοιμάται μ’ άλλους έξι, στοιβαγμένος σαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης; Μια κλωστή πεπρωμένου με χωρίζει απ’ το παιδί που γεννήθηκε με κυστική ίνωση, ή απ’ τον χρήστη που σέρνεται σφαδάζοντας απ’ τα στερητικά – αν στις αδύναμες στιγμές μου αντί για χάδια εισέπραττα κλοτσιές, τώρα θα βρισκόμουν πλάι του στο λερό πεζοδρόμιο, αφανισμένος πριν την ώρα μου.
Όχι, δεν προτείνω να αποτιμούμε την ευτυχία μας βασισμένοι στη δυστυχία των άλλων. Επισημαίνω μόνο το αυτονόητο: όπως ολονών μας η καρδιά παρόμοια φτερουγίζει από τον έρωτα, έτσι και η δυστυχία, παρά τα μύρια πρόσωπά της, με τον ίδιο τρόπο βαραίνει στην ψυχή. Κι ακόμα, ότι κοιτώντας τη λύπη μας κατάματα αντί να στρέφουμε το βλέμμα στο αδιέξοδο σκοτάδι της απελπισίας, μπορεί να μάθουμε κάτι πολύτιμο για την ανθρώπινή μας φύση.
Ίσως πιο ωραία απ’ όλους να το ’χει πει ο Χαλίλ Γκιμπράν: «Με πόνο σπάει το όστρακο που περιέχει τη γνώση του εαυτού».
Τη ρήση αυτή την πρωτάκουσα απ’ τον Αθανάσιο Αλεξανδρίδη, ψυχαναλυτή κι ευεργέτη μου, όταν πριν λίγα χρόνια δερνόμουν με το πένθος μου, πασχίζοντας να βρω ένα άνοιγμα στο φως – κι έκτοτε η σοφία της έχει καρφωθεί στο μυαλό μου, έτσι που, ασυναισθήτως πια, την επαναλαμβάνω ως επίκληση κάθε φορά που κάποια καινούργια αναποδιά κάνει τη θλίψη εντός μου να γιγαντώνεται.
Και πλάθοντας την εξαίσια εικόνα της στον νου μου, συλλογίζομαι τη βουή του όστρακου, που δεν είναι παρά ο ήχος του αίματος μες το κρανίο μας, καθώς και τη θάλασσα, την κρύα κι απέραντη, απ’ όπου όλοι μας έχουμε αναδυθεί.
Κι ενώ ο καθένας μας βαστάει το δικό του περίκλειστο κοχύλι, και νομίζει τον αντίλαλο της καρδιάς του μοναδικό κι αβάσταχτο, στην πραγματικότητα όλοι μας τον ίδιο ωκεανό αφουγκραζόμαστε.
Αρκεί ν’ αφήσουμε τον πόνο (αυτή την άμυνα του σώματος, που σηματοδοτεί πως κάτι μέσα μας διψά για γιατρειά) να χαράξει την πρώτη ρωγμή – και μονομιάς θα ανακαλύψουμε πως όχι μόνο δεν μας χωρίζει, αλλά μας φέρνει εξίσου κοντά όσο η αγάπη και η ελπίδα, όσο η ίδια η ζωή.
Οι σταυροί μας μοιάζουνε - Αύγουστος Κορτώ
Photo: nualabugeye/Flickr
Μαθαίνεις νωρίς στη ζωή ν’ αποστρέφεις το βλέμμα – απ’ τον γέρο που με σκυφτό κεφάλι θαρρείς περιμένει τον Χάρο, απ’ τον ακρωτηριασμένο ζητιάνο με την αδιανόητη μοίρα του, απ’ τη γυναίκα που κοιμάται στο παγκάκι μ’ όλα της τα υπάρχοντα μες σε φθαρμένες πλαστικές σακούλες. Και είναι ανθρώπινο: καθώς δεν νοείται ύπαρξη χωρίς τον πόνο της, πρέπει κάπως να αμυνθείς ενάντια στον κατακλυσμό της οδύνης που απειλεί να σε πνίξει έτσι κι αφήσεις τις πόρτες της καρδιάς ορθάνοιχτες στα βάσανα των άλλων.
Κι όπως αν υψώσεις τον αντίχειρά σου μπρος στα μάτια σου μοιάζει πιο μεγάλος κι απ’ το βουνό που στέκεται στο βάθος, έτσι και το δικό μας βάσανο, ο σταυρός που κουβαλάμε, φαντάζει ο πιο ασήκωτος του κόσμου – και τις στιγμές της μοναξιάς και του αυτοοικτιρμού αναρωτιόμαστε, μονολογώντας δραματικά, «Γιατί σε μένα;», λες κι ο καημός μας ξεδιάλεξε απ’ όλη την πλάση για να μας επισκεφθεί.
Και με την ίδια ευκολία που υποτιμάμε την ταλαιπώρια τ’ αλλουνού, λέγοντας από μέσα μας, «Σιγά τ’ αυγά – εγώ να δεις τι τραβάω» (δίχως να υποψιαζόμαστε ότι κι αυτός που έχουμε απέναντί μας μπορεί να σκέφτεται το ίδιο ακριβώς), έτσι, με ενστικτώδη βιασύνη, κρίνουμε κάθε πλάσμα που δεν σηκώνει το δικό μας άχθος ανέμελο κι ευλογημένο από την τύχη. Όποιος έχει περάσει κατάθλιψη, την ύπουλη αυτή και πεισματάρα αρρώστια στη διάβρωση της οποίας κανείς δεν είναι άτρωτος, θα ξέρει αυτό το αυθαίρετο παράπονο: να περπατάς στον δρόμο, και κάθε περαστικό που προσπερνάς να τον θεωρείς απείρως τυχερό, και κατά βάθος πανευτυχή – ακόμα κι αν το πρόσωπό του είναι χαρακωμένο από την έγνοια – μακαρίζοντας και φθονώντας τον και παρακαλώντας το αδιάφορο σύμπαν να πάρει απ’ την ψυχή σου αυτό το μαύρο τόπι του αδιάλειπτου σπαραγμού και να το φυτέψει σ’ αυτόν τον άγνωστο, έστω και για μια στιγμή ανάτασης κι ανάσας.
Ωστόσο αν οι δυνάμεις του τυχαίου μας έκαναν αυτή τη χάρη, μπορεί να βρισκόμασταν προ απροόπτου, κι αντιμέτωποι με μια δυστυχία ακόμη μεγαλύτερη που ούτε την υποψιαζόμασταν. Διότι με τον ίδιο τρόπο που ο καθένας μας μαθαίνει να συγκαλύπτει τη δοκιμασία του, κρύβοντας το αποπνικτικό της αίσθημα πίσω από ένα χαμόγελο συνύπαρξης, μια μάσκα που να περνά απαρατήρητη στο πλήθος, έτσι και κάτω απ’ τη χαρωπή, απαστράπτουσα επιφάνεια της κοπέλας που βγαίνει από ένα μαγαζί φορτωμένη με ψώνια μπορεί να λουφάζει μια απόγνωση που δεν καταλαγιάζει μ’ όσα καινούργια αποκτήματα κι αν την εξευμενίσεις, κι ο τύπος που μιλά όλο ευθυμία στο κινητό, με τη γοργή περπατησιά του σπρωγμένη θαρρείς απ’ όλη την ευδαιμονία της οικουμένης, μπορεί να βιάζεται να φτάσει σε κάποια κρυψώνα (στην τουαλέτα του γραφείου όπου περνά τις μέρες του δουλεύοντας απλήρωτος, ή σ’ ένα σπίτι έρημο σαν την καρδιά του) για να κλάψει με την ψυχή του.
Όλα αυτά βεβαίως τα ’μαθα με το άγριο: όταν, παιδάκι ακόμα, αναρωτιόμουν με θυμό γιατί να μην είναι και η δικιά μου μάνα σαν τις άλλες – δυναμική, ανεξάρτητη, μα πάνω απ’ όλα χαρούμενη –, έπειτα στην εφηβεία, όταν καταριόμουν το σκαρί και τη φτιαξιά μου, και σκεφτόμουν πόσο πιο εύκολη θα ’ταν η ζωή μου αν μου άρεσαν τα κορίτσια, και ξανά τις τρεις φορές που αρρώστησα, όταν βολοδέρνοντας άγρυπνος στο κρεβάτι αναθεμάτιζα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα μ’ αυτό το σαράκι στην ψυχή και στον εγκέφαλο, να με τρώει λες και δεν τράβηξα αρκετά.
Κι αν με τα χρόνια κατάφερα να περιορίσω τη μεμψιμοιρία σε φευγαλέες δόσεις αντί να την αφήσω να με κυριεύσει, το χρωστώ στην αγάπη συγκεκριμένων ανθρώπων, και στην αδιάκοπη φροντίδα τους – μα και στο γεγονός ότι, σταδιακά, έμαθα να τοποθετώ τον εαυτό μου στη θέση του άλλου, προσπαθώντας να δω τη ζωή με τα δικά του μάτια.
Διότι, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, με τι θράσος βρίζω την τύχη μου όταν έχω ένα ζεστό κρεβάτι να κοιμηθώ και ξέρω ότι δεν θα πεινάσω; Πώς να συγκρίνω τους φόβους μου με την αγωνία του μετανάστη που βλέπει γύρω του την πανούκλα του ρατσισμού να εξαπλώνεται ολοένα, και τρέμει το φυλλοκάρδι του κάθε φορά που ξεπορτίζει απ’ το δωμάτιο όπου κοιμάται μ’ άλλους έξι, στοιβαγμένος σαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης; Μια κλωστή πεπρωμένου με χωρίζει απ’ το παιδί που γεννήθηκε με κυστική ίνωση, ή απ’ τον χρήστη που σέρνεται σφαδάζοντας απ’ τα στερητικά – αν στις αδύναμες στιγμές μου αντί για χάδια εισέπραττα κλοτσιές, τώρα θα βρισκόμουν πλάι του στο λερό πεζοδρόμιο, αφανισμένος πριν την ώρα μου.
Όχι, δεν προτείνω να αποτιμούμε την ευτυχία μας βασισμένοι στη δυστυχία των άλλων. Επισημαίνω μόνο το αυτονόητο: όπως ολονών μας η καρδιά παρόμοια φτερουγίζει από τον έρωτα, έτσι και η δυστυχία, παρά τα μύρια πρόσωπά της, με τον ίδιο τρόπο βαραίνει στην ψυχή. Κι ακόμα, ότι κοιτώντας τη λύπη μας κατάματα αντί να στρέφουμε το βλέμμα στο αδιέξοδο σκοτάδι της απελπισίας, μπορεί να μάθουμε κάτι πολύτιμο για την ανθρώπινή μας φύση.
Ίσως πιο ωραία απ’ όλους να το ’χει πει ο Χαλίλ Γκιμπράν: «Με πόνο σπάει το όστρακο που περιέχει τη γνώση του εαυτού».
Τη ρήση αυτή την πρωτάκουσα απ’ τον Αθανάσιο Αλεξανδρίδη, ψυχαναλυτή κι ευεργέτη μου, όταν πριν λίγα χρόνια δερνόμουν με το πένθος μου, πασχίζοντας να βρω ένα άνοιγμα στο φως – κι έκτοτε η σοφία της έχει καρφωθεί στο μυαλό μου, έτσι που, ασυναισθήτως πια, την επαναλαμβάνω ως επίκληση κάθε φορά που κάποια καινούργια αναποδιά κάνει τη θλίψη εντός μου να γιγαντώνεται.
Και πλάθοντας την εξαίσια εικόνα της στον νου μου, συλλογίζομαι τη βουή του όστρακου, που δεν είναι παρά ο ήχος του αίματος μες το κρανίο μας, καθώς και τη θάλασσα, την κρύα κι απέραντη, απ’ όπου όλοι μας έχουμε αναδυθεί.
Κι ενώ ο καθένας μας βαστάει το δικό του περίκλειστο κοχύλι, και νομίζει τον αντίλαλο της καρδιάς του μοναδικό κι αβάσταχτο, στην πραγματικότητα όλοι μας τον ίδιο ωκεανό αφουγκραζόμαστε.
Αρκεί ν’ αφήσουμε τον πόνο (αυτή την άμυνα του σώματος, που σηματοδοτεί πως κάτι μέσα μας διψά για γιατρειά) να χαράξει την πρώτη ρωγμή – και μονομιάς θα ανακαλύψουμε πως όχι μόνο δεν μας χωρίζει, αλλά μας φέρνει εξίσου κοντά όσο η αγάπη και η ελπίδα, όσο η ίδια η ζωή.
Πάλι αρρωστούλης...
Πήγες στον παιδικό σταθμό για 3 μέρες. Αρρώστησες και έμεινες σπίτι για 2 εβδομάδες (μαζί με κάτι ταξίδια δικά μου). Πήγες στο σταθμό για 4 μέρες και γύρισες πάλι με μυξούλες.
Πάλι άρρωστος, πάλι πυρετό, πάλι μύξες πάλι ξενύχτια γιατί πνίγεσαι στον ύπνο σου από την καταρροή... Πάλι νεύρα διότι δεν μπορείς να κοιμηθείς και σου φταίνε όλα...
Κι εμείς από δίπλα. Να παλεύουμε με την κούραση και το ξενύχτι. Να κουραζόμαστε, πρωτίστως ψυχολογικά και δευτερευόντως σωματικά. Να στεναχωριόμαστε για 'σένα και τα όσα περνάς αλλά να γινόμαστε δυνατότεροι για να αντέξουμε ακόμα περισσότερα.
Έτσι είναι η πραγματική αγάπη. Να δίνεις ότι έχεις μέσα σου και να μην περιμένεις αντάλλαγμα.
Άντε ίσως να περιμένεις ένα φιλί, μια αγκαλιά κι ένα "πάω" (σ'αγαπάω)...
Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013
Σχολείο - ΑΡΝΗΣΗ
Ενώ πηγαίνεις καθημερινά πλέον στον παιδικό σταθμό, δεν σου αρέσει καθόλου.
Το καλό είναι ότι μέρα με τη μέρα βελτιώνεσαι.
Για παράδειγμα, μέχρι και χθες όποτε σε ρωτούσαμε για το σχολείο (τι έκανες, πως πέρασες κλπ) δεν απαντούσες ΤΙΠΟΤΑ.
Έκλεινες το στόμα κι έκανες τον κουφό.
Σαν να μη σου μίλησε κανείς.
Χθες σε ρώτησε η μαμά αν έχει ωραία κοριτσάκια κι εσύ απάντησες, Ναι!
Σε ρώτησα εγώ αν πέρασες καλά και απάντησες "πίπι μου" που σημαίνει "Σπίτι μου".
Ναι το ξέρουμε πως δεν σου αρέσει αλλά το να κοινωνικοποιηθείς είναι πολύ πιο σημαντικό!
Σε αγαπάμε πολύ παιδάκι μας.
Το καλό είναι ότι μέρα με τη μέρα βελτιώνεσαι.
Για παράδειγμα, μέχρι και χθες όποτε σε ρωτούσαμε για το σχολείο (τι έκανες, πως πέρασες κλπ) δεν απαντούσες ΤΙΠΟΤΑ.
Έκλεινες το στόμα κι έκανες τον κουφό.
Σαν να μη σου μίλησε κανείς.
Χθες σε ρώτησε η μαμά αν έχει ωραία κοριτσάκια κι εσύ απάντησες, Ναι!
Σε ρώτησα εγώ αν πέρασες καλά και απάντησες "πίπι μου" που σημαίνει "Σπίτι μου".
Ναι το ξέρουμε πως δεν σου αρέσει αλλά το να κοινωνικοποιηθείς είναι πολύ πιο σημαντικό!
Σε αγαπάμε πολύ παιδάκι μας.
Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013
Παραλογισμός...
Κώστας Γιαννακίδης.
Ιδιαίτερος δημοσιογράφος. Πολύ διαφορετικός από τους συναδέλφους του. Έξω από τις νόρμες των κλασσικών "δημοσιογράφων".
Περιγράφει ένα μέρος του παραλογισμού της Ελληνικής νοοτροπίας.
Διάβασε και θα καταλάβεις πως δεν πρέπει να παίρνεις τίποτα ως δεδομένο. Να ψάχνεις, να σκέφτεσαι, να αναλύεις. Να έχεις δική σου θέση και γνώμη. Κι αν κάνεις λάθος, να έχεις το κουράγιο να το παραδεχτείς.
Ιδανικοί βάρβαροι

Photo: Κ. Τσακαλίδης @fosphotos.com
Μέσα στη μέρα ο Ηλίας Κασιδιάρης θα δηλώσει ότι ο Σαμαράς πήγε επίσκεψη στο Ισραήλ και αντί για σοκολατάκια κρατούσε το σκαλπ της Χρυσής Αυγής. Ευτυχώς. Μεταξύ μας, θα είναι αμήχανο να επισκέπτεται το μνημείο του Ολοκαυτώματος ο πρωθυπουργός της χώρας που χορήγησε γενναιόδωρη κοινοβουλευτική παρουσία στους αρνητές του. Προσβλητικό για τους νεκρούς, εκνευριστικό για τους ζωντανούς. Τώρα τα προσχήματα διασώζονται. Επιτέλους μπορούμε να σκάψουμε με νύχια και με τρυπάνια για πετρέλαιο, αέριο και δολάρια. Όμως κάποια στιγμή, εμείς στην Ελλάδα, πρέπει να κάνουμε μία κουβέντα μεταξύ μας.
Οι Έλληνες είναι κατά βάση αντισημίτες. Και επειδή δεν το παραδέχονται με ευθύτητα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να το διαχειριστούν. Ο ελληνικός αντισημιτισμός δεν περιγράφει, απλώς, τον Σάιλοκ. Πολλοί Έλληνες πιστεύουν ότι ο κόσμος κινείται σαν γρανάζι μίας τεράστιας εβραϊκής συνωμοσίας-αυτή η αντίληψη είναι παγκοσμίως διαδεδομένη. Αρκετοί διαβάζουν τη μοίρα της ανθρωπότητας μέσα σε σκοτεινά πρωτόκολλα, σφραγισμένα με το άστρο του Δαβίδ. Το πρόβλημα μεγαλώνει όταν δέχεσαι ότι όλα αυτά εκπορεύονται από ένα και μοναδικό στόχο: την καταστροφή του ελληνισμού. Ασφαλώς ο ελληνισμός έχει επιβεβαιώσει τις υψηλές επιδόσεις του στην αυτοκαταστροφή. Όμως οι Εβραίοι είναι ένας ιδανικός βάρβαρος. Γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο χριστιανισμός ήταν ένα σατανικό εύρημα προκειμένου η ιουδαϊκή σκέψη να καταπνίξει την ελληνική. Συνέβη, κατά κάποιο τρόπο, αλλά δεν μπορείς να συνδέσεις το αποτέλεσμα με σχέδιο, είναι παράλογο. Ακόμα πιο ακραίο αίτιο λαϊκού αντισημιτισμού είναι η έγκληση τους επειδή σταύρωσαν τον Χριστό. Μεγάλος αριθμός πιστών χριστιανών αγνοεί τις καταβολές των υπαρξιακών του απαντήσεων. Έχει και χειρότερα, όταν βλέπεις, ας πούμε, χρυσαυγίτες να γιορτάζουν την Ανάσταση ενός Εβραίου. Και ο παραλογισμός σε ρίχνει στα γόνατα όταν διαπιστώνεις ότι πολλοί συμπατριώτες μας αποδίδουν και σήμερα εθνική χροιά στη θρησκευτική συνείδηση των Εβραίων συμπολιτών μας. Αλλά αυτό ας το αποδώσουμε στην ανάγκη για θρησκευτική ομοιογένεια κατά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Τότε, βέβαια, τους έσφαξαν στην Τριπολιτσά. Και ακόμα και σήμερα δεν έχουμε μία καθαρή εικόνα για τη συμπεριφορά των χριστιανών απέναντι στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης-η αφήγηση του Μαζάουερ είναι η πρώτη που μιλάει με ευθύτητα για συνεργασία των χριστιανών με τους Γερμανούς, προκειμένου να πλιατσικολογήσουν στις περιουσίες 40.000 ανθρώπων. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες οπτικές γωνίες, ας πούμε οι πλαστές ταυτότητες «χριστιανών ορθοδόξων» που εξέδωσε το ελληνικό κράτος. Το ίδιο κράτος χρειάστηκε περίπου εξήντα χρόνια για να τους τιμήσει με ένα μνημείο στη Θεσσαλονίκη.
Η Ελλάδα είναι μία από τις 13 χώρες που το 1947 καταψήφισαν την απόφαση του ΟΗΕ για τη δημιουργία κράτους του Ισραήλ. Μετά τους βρίσκαμε απέναντι. Ναι, είναι οι παραδοσιακές μας σχέσεις με τους Άραβες. Όμως με τους Ισραηλινούς πάμε να σκάψουμε για να βρούμε λεφτά. Και αν το τρυπάνι βρει δολάρια δεν σε νοιάζει αν είναι Σάββατο ή Κυριακή.
Photo: Κ. Τσακαλίδης @fosphotos.com
Μέσα στη μέρα ο Ηλίας Κασιδιάρης θα δηλώσει ότι ο Σαμαράς πήγε επίσκεψη στο Ισραήλ και αντί για σοκολατάκια κρατούσε το σκαλπ της Χρυσής Αυγής. Ευτυχώς. Μεταξύ μας, θα είναι αμήχανο να επισκέπτεται το μνημείο του Ολοκαυτώματος ο πρωθυπουργός της χώρας που χορήγησε γενναιόδωρη κοινοβουλευτική παρουσία στους αρνητές του. Προσβλητικό για τους νεκρούς, εκνευριστικό για τους ζωντανούς. Τώρα τα προσχήματα διασώζονται. Επιτέλους μπορούμε να σκάψουμε με νύχια και με τρυπάνια για πετρέλαιο, αέριο και δολάρια. Όμως κάποια στιγμή, εμείς στην Ελλάδα, πρέπει να κάνουμε μία κουβέντα μεταξύ μας.
Οι Έλληνες είναι κατά βάση αντισημίτες. Και επειδή δεν το παραδέχονται με ευθύτητα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να το διαχειριστούν. Ο ελληνικός αντισημιτισμός δεν περιγράφει, απλώς, τον Σάιλοκ. Πολλοί Έλληνες πιστεύουν ότι ο κόσμος κινείται σαν γρανάζι μίας τεράστιας εβραϊκής συνωμοσίας-αυτή η αντίληψη είναι παγκοσμίως διαδεδομένη. Αρκετοί διαβάζουν τη μοίρα της ανθρωπότητας μέσα σε σκοτεινά πρωτόκολλα, σφραγισμένα με το άστρο του Δαβίδ. Το πρόβλημα μεγαλώνει όταν δέχεσαι ότι όλα αυτά εκπορεύονται από ένα και μοναδικό στόχο: την καταστροφή του ελληνισμού. Ασφαλώς ο ελληνισμός έχει επιβεβαιώσει τις υψηλές επιδόσεις του στην αυτοκαταστροφή. Όμως οι Εβραίοι είναι ένας ιδανικός βάρβαρος. Γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο χριστιανισμός ήταν ένα σατανικό εύρημα προκειμένου η ιουδαϊκή σκέψη να καταπνίξει την ελληνική. Συνέβη, κατά κάποιο τρόπο, αλλά δεν μπορείς να συνδέσεις το αποτέλεσμα με σχέδιο, είναι παράλογο. Ακόμα πιο ακραίο αίτιο λαϊκού αντισημιτισμού είναι η έγκληση τους επειδή σταύρωσαν τον Χριστό. Μεγάλος αριθμός πιστών χριστιανών αγνοεί τις καταβολές των υπαρξιακών του απαντήσεων. Έχει και χειρότερα, όταν βλέπεις, ας πούμε, χρυσαυγίτες να γιορτάζουν την Ανάσταση ενός Εβραίου. Και ο παραλογισμός σε ρίχνει στα γόνατα όταν διαπιστώνεις ότι πολλοί συμπατριώτες μας αποδίδουν και σήμερα εθνική χροιά στη θρησκευτική συνείδηση των Εβραίων συμπολιτών μας. Αλλά αυτό ας το αποδώσουμε στην ανάγκη για θρησκευτική ομοιογένεια κατά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Τότε, βέβαια, τους έσφαξαν στην Τριπολιτσά. Και ακόμα και σήμερα δεν έχουμε μία καθαρή εικόνα για τη συμπεριφορά των χριστιανών απέναντι στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης-η αφήγηση του Μαζάουερ είναι η πρώτη που μιλάει με ευθύτητα για συνεργασία των χριστιανών με τους Γερμανούς, προκειμένου να πλιατσικολογήσουν στις περιουσίες 40.000 ανθρώπων. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες οπτικές γωνίες, ας πούμε οι πλαστές ταυτότητες «χριστιανών ορθοδόξων» που εξέδωσε το ελληνικό κράτος. Το ίδιο κράτος χρειάστηκε περίπου εξήντα χρόνια για να τους τιμήσει με ένα μνημείο στη Θεσσαλονίκη.
Η Ελλάδα είναι μία από τις 13 χώρες που το 1947 καταψήφισαν την απόφαση του ΟΗΕ για τη δημιουργία κράτους του Ισραήλ. Μετά τους βρίσκαμε απέναντι. Ναι, είναι οι παραδοσιακές μας σχέσεις με τους Άραβες. Όμως με τους Ισραηλινούς πάμε να σκάψουμε για να βρούμε λεφτά. Και αν το τρυπάνι βρει δολάρια δεν σε νοιάζει αν είναι Σάββατο ή Κυριακή.
Εξομολόγηση της αγαπημένης Ρέας..
Ένα υπέροχο κείμενο από το οποίο κρατάω δύο φράσεις:
1. Περιέργως στα μαλακά με ταλαιπωρεί περισσότερο η καχυποψία μου. Με τα σκληρά τα πάω καλύτερα. Με φέρνουν αντιμέτωπη. Πώς λένε οι ραλίστες «φάτσα-κάρτα». Αυτό ακριβώς!
2. Μπορεί να περάσει μια ζωή και να μη γνωριστούμε ούτε μ΄ αυτούς που μας γέννησαν. Κι όσους κατάργησα. Ήρεμα πια τους αποχαιρέτησα σαν να έφυγαν ταξίδι σ΄ άλλον τόπο από τον δικό μου. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συνταξιδέψουμε όλη τη διαδρομή οι άνθρωποι.
Με τα σύννεφά μου σε ψυχίατρο
Photo: rohtas @flickr
Ένα τεράστιο μανιασμένο σύννεφο τρέχει, τρέχει, τρέχει. Σκοτείνιασε ο τόπος όλος. Ξαφνικά καρφώνεται πάνω στον βράχο του Ξώμπουργου. Με ευστοχία οδοντογλυφίδας. Η ίδια ακριβώς εικόνα, εκείνη τη μέρα, δυο χρόνια πριν. Παίζει να ‘ταν το ίδιο σύννεφο! Κολυμπούσα και τότε στην ίδια θάλασσα.
Κι έτσι, σε μια στιγμή, (περίεργη στιγμή, εκείνη του καρφώματος του σύννεφου) λες κι είχα βγάλει ταξίδι τεράστιο και κοντοστάθηκα να ξαποστάσω, ενώθηκαν μέσα μου δυο θάλασσες. Μια της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας και ετούτη εδώ της... πώς την ορίζεις; Πες την... ενυπάρχουσα όλες τις ηλικίες μου. Στον τόπο που όρισα τόπο «μου». Στην «ειδική» των 50 έχεις αυτό το μπόνους από τη ζωή. Επιλέγεις τόπο, όχι καταγωγής, πες τον σκέτο αγωγής. Επιλέγεις συγγενείς, «αδέλφια», «ξαδέλφια», δεύτερη σειρά «γονείς». Επιλέγεις λώρους.
Ήταν η στιγμή λοιπόν που είπα, τώρα θα γράψω το βιβλίο που ήθελα.
Μετά επέλεξα να στείλω σε κείνη ένα προσχέδιο. Μια γνωστή μου άγνωστη. Μια γυναίκα που εκτιμώ. Περίμενα εναγώνια το τηλέφωνό της. «Πήγαινε, παιδί μου, σε έναν ψυχολόγο να βάλεις τάξη» μου είπε. Κουβέντα για το βιβλίο. Μου έκοψε φτερά και πόδια. Την έχω επιλέξει πρώτο βαθμό συγγένειας κι ας μη γνωρίζω πολλά για κείνη. Όσα μου στάζει δέκα χρόνια και ‘γω τα ρουφάω με τη μία, χωρίς να της κάνω ερωτήσεις.
Μετά επικοινώνησα με τη Φωτεινή. Ούτε και τη Φωτεινή τη γνωρίζω καλά. Συγγενής, ωστόσο. «Κατάλαβα ακριβώς τι θέλεις» μου είπε και μου πρότεινε το όνομά του. Κι άρχισε το ταξίδι. Ψυχολόγος; Όχι, πιο σκληρή λέξη. Περιέργως στα μαλακά με ταλαιπωρεί περισσότερο η καχυποψία μου. Με τα σκληρά τα πάω καλύτερα. Με φέρνουν αντιμέτωπη. Πώς λένε οι ραλίστες «φάτσα-κάρτα». Αυτό ακριβώς! Ψυχίατρος. Πετάξτε τις προκαταλήψεις. Δουλέψτε κομπρεσέρ σε στερεότυπα μπετόν. Αντιστρέψτε τις λέξεις εν ανάγκη. Βοηθάει. Πείτε γιατρός της ψυχής. Δεν σας ακούγεται σαν ευλογημένο λαδάκι που στάζουν οι γριές όταν σταυρώνουν μέτωπα για ξεμάτιασμα; Ξεμάτιασμα είναι. Εντάξει. Πονάει. Αξίζει να το αντέξεις. Αξίζει το ταξίδι με συνοδηγό έμπειρο, να διαβάζει «χάρτη» και να ρυθμίζει φωτισμό. Έχει άγνωστες, ζόρικες, νυχτερινές διαδρομές. Νομίζετε ότι ξέρετε τη διαδρομή της ζωής σας απέξω κι ανακατωτά; Ένα one way ticket παρηγοριάς και ευκολίας έχει ο καθένας μας. Ζόρικο το ξεβόλεμα. Αλλά ανακουφιστικό εν τέλει το «spa» του μυαλού. Κι ας το σπάει.
Έναν χρόνο μετά χαμογελάω ότι αενάως επένδυα σε σχέσεις. Τις πάλευα και τις παλεύω. Τις περπάτησα και τις περπατάω. Κοπίασα. Κοπιάσαμε. Τους ξέρω και με ξέρω περισσότερο. Μην το θεωρείτε απλό. Μπορεί να περάσει μια ζωή και να μη γνωριστούμε ούτε μ΄ αυτούς που μας γέννησαν. Κι όσους κατάργησα. Ήρεμα πια τους αποχαιρέτησα σαν να έφυγαν ταξίδι σ΄ άλλον τόπο από τον δικό μου. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συνταξιδέψουμε όλη τη διαδρομή οι άνθρωποι.
Έχω και άλλη τύχη, σας την προείπα. Κατάλληλη ηλικία. Η ευλογία των 50. Μια ζωή εναγώνια έψαχνα ανθρώπους να μου ανάβουν αίματα και στο μυαλό. Βρίσκω όλο και πιο πολλούς. Ήθελα να μεγαλώνω ωραία. Από μικρή να μεγαλώνω ήθελα. Εντάξει, για πολλά χρόνια μπέρδεψα ηλικίες. Πέρασα τα παιδικά χρόνια σαν έφηβη και τα εφηβικά μπορεί και σαν γριά. Για τη διαδρομή με εκτιμούσα ανέκαθεν. Ήρθε η ώρα να με χαϊδέψω. Στέριωσα χρόνο. Ενυπάρχουν μέσα μου όλες οι ηλικίες μου. Πότε πετάγεται η μια, πότε η άλλη. Μου κλείνουν το μάτι. Δικές μου όλες. Έχουν τη «δουλίτσα» τους, τα χρόνια.
Όταν πήρε στα χέρια της το βιβλίο, η κατ΄ επιλογήν «πρώτος βαθμός συγγένειας», μου είπε «τα κατάφερες». Με ένοιαζε ο λόγος της. Δεν με νοιάζουν όλων τα λόγια. Ησύχασα. Σήμερα, 3 μήνες μετά, θα της τηλεφωνήσω. Η δεύτερη έκδοση του «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο» είναι ήδη στα βιβλιοπωλεία. Τέλος η πρώτη! Ξέρω, θα χαρεί πολύ.
Και να φανταστείς όλα ξεκίνησαν από ένα σύννεφο που καρφώθηκε σε έναν τεράστιο βράχο στο Ξώμπουργο. Μετά, βέβαια, συνέχισε το ταξίδι του. Σύννεφα... Μα να μην ησυχάζουν σ΄ έναν ουρανό τόπο!
Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013
Τέλος! (Χαχαχαχα)
Χθες ήμασταν στο δωμάτιό σου και παίζαμε. Κάποια στιγμή σηκώθηκες, πήγες στην πόρτα κι άρχισες να παίζεις με ένα παιχνιδάκι που έχεις.
Αυτό το παιχνίδι έχει ένα καπάκι και κάποια στιγμή που βαρέθηκες αποφάσισες να το βγάλεις και να το αφήσεις κάτω στο πάτωμα.
Επειδή εκείνη την ώρα έπρεπε να πιεις το γάλα σου, σου είπα "Γιάννη, μην το αφήσεις κάτω, πάμε μέσα". Με κοίταξες και μου είπες "Όσι" - " Τάτο".
Σου είπα: "Άστο ρε Γιάννη, τώρα θα πιεις το γάλα σου".
Τότε, έπιασες το καπάκι, το έβαλες στο πάτωμα και μου είπες δείχνοντας την παλάμη σου.
"Τέλος"....
Έσκασα στο γέλια. Μα να μου δίνεις και εντολές; Τι λες ρε μεγάλε! Σε λίγο θα μας δείρεις κιόλας;;;
Αυτό το παιχνίδι έχει ένα καπάκι και κάποια στιγμή που βαρέθηκες αποφάσισες να το βγάλεις και να το αφήσεις κάτω στο πάτωμα.
Επειδή εκείνη την ώρα έπρεπε να πιεις το γάλα σου, σου είπα "Γιάννη, μην το αφήσεις κάτω, πάμε μέσα". Με κοίταξες και μου είπες "Όσι" - " Τάτο".
Σου είπα: "Άστο ρε Γιάννη, τώρα θα πιεις το γάλα σου".
Τότε, έπιασες το καπάκι, το έβαλες στο πάτωμα και μου είπες δείχνοντας την παλάμη σου.
"Τέλος"....
Έσκασα στο γέλια. Μα να μου δίνεις και εντολές; Τι λες ρε μεγάλε! Σε λίγο θα μας δείρεις κιόλας;;;
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

