Μόλις επιστρέψαμε από τις καλοκαιρινές διακοπές.
Η μανούλα κι εγώ, διότι εσύ συνεχίζεις τις διακοπές σου με τη γιαγιά Γεωργία, τον παππού Γιάννη και τη θεία Σοφία στη Χίο.
Εκεί είναι και η προ-γιαγιά σου που έχει φτάσει τα 96 χρόνια. Δυστυχώς είναι καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι και δεν έχει επικοινωνία με τον κόσμο. Δεν γνωρίζει κανέναν πια. Ούτε καν την κόρη της που είναι όλη μέρα μαζί της...
Έγιναν πολλά στις διακοπές. "Τα περάσαμε όμορφα" όπως λέγαμε μικροί κάθε φορά που γυρίζαμε από μια σχολική εκδρομή.
Σε χαιρόμασταν κάθε μέρα, όλη μέρα. Η γλώσσα σου πήρε φόρα. Τα καμώματά σου άλλαξαν και εμπλουτίστηκαν. Επικοινωνείς σαν μεγάλος. Έχεις άποψη και την εκφράζεις. Διαφωνείς, παλεύεις γι'αυτά που θέλεις, φοβάσαι (και το παραδέχεσαι), γελάς, κλαις... Μεγάλος άνθρωπος.
Τέρμα η πάνα. Μόνο το βράδυ αλλά κι αυτή 8 στις δέκα φορές είναι άδεια.
Πόσο περήφανος νιώθεις.
Έρχονται στο μυαλό στιγμιότυπα από τις διακοπές. Ατάκες και πράξεις σου που μας ομορφαίνουν τη ζωή.
Είσαι έρωτας, συμφωνούμε με τη μαμά. Είμαστε ερωτευμένοι μαζί σου.
Στη Σίφνο είχαμε τις μεγάλες μας κόντρες, ειδικά τις πρώτες μέρες. Η αλήθεια είναι ότι σε έχουμε καλομάθει (ή μήπως κακομάθει) και κάποιες φορές είσαι απαιτητικός σε ενοχλητικό βαθμό.
Ένα βράδυ εκνευρίστηκα μαζί σου γιατί δεν ήθελες να κάνεις κάτι και όταν σε απείλησα με τιμωρία, με χτύπησες. Δεν σε έχουμε χτυπήσει ποτέ και αυτό με εξόργισε.
Σε έβαλα τιμωρία και μετά σκεφτόμουν τι λάθος έχουμε κάνει και σου βγαίνουν αυτές οι συμπεριφορές. Το επόμενο πρωί ήμουν ακόμα σκεπτικός. Όταν ξύπνησες, είδες ότι δεν ήμουν χαμογελαστός όπως συνήθως. Κάποια στιγμή ζήτησες να πας στο γιογιο και είπες να σε πάω εγώ. "Όχι εσύ, ο μπαμπάς, μαμά" είπες. Όταν έκατσες στο γιογιο μου είπες. "Γιατί είσαι έτσι μπαμπα;" Και σου απάντησα "Γιατί με στεναχωρείς όταν απλώνεις χέρι και όταν δεν μας ακούς".
Τότε, ενώ σφιγγόσουν για προφανείς λόγους, μου είπες ταυτόχρονα "Νννννννααααα σου δώωωσω ένα φιλί;;"
Ξέσπασα στα γέλια, σε αγκάλιασα και σου έδωσα εγώ ένα φιλί για την υπέροχη αυτή στιγμή που μου χάρισες.
Ξεθάρρεψες στη θάλασσα. Έπαιρνες φόρα από την ακτή κι έμπαινες μέσα με ταχύτητα (μέχρι εκεί που πάτωνες φυσικά). Εκεί γονάτιζες κι έλεγες "Έκανα μια τεράστια βουτιά!!"
Φοβόσουν τη θεία τη Μαρία. Την άκουγες που όλη την ώρα μάλωνε με τον Νίκο και την Ελένη οπότε κάθε φορά που έλεγε κάτι το έκανες ευλαβικά. Ένα βράδυ δεν κοιμόσουν με τίποτα. Ήσουν στο πάρκο σου όρθιος και κοιτούσες εμένα και τη μαμά που ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή ακούστηκε η θεία Μαρία να έρχεται και τότε σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου... ξάπλωσες!! Με την μαμά ρίξαμε πολύ γέλιο γιατί συνειδητοποιήσαμε το φόβο σου αυτό. Παρεμπιπτόντως, η θεία Μαρία είναι ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να σε πάρει μαζί της στα βαθιά. Με 'μας έψαχνες δικαιολογίες και συνέχεια πλατσουρίζαμε στα ρηχά.
Έμαθες όλα τα πλοία της γραμμής. Σπηντράνερ (Πηντάνε), Αδ. Κοραής, Αγ. Γεώργιος, Φλαϊνκατ, Άκου Τζούελ. Τα ξεχώριζες όλα. "Κοίτα ντουμάνι που βγάζουν" μου έλεγες. "Σαν τη μαμά όταν καπνίζει" σου απαντούσα εγώ. "Δικό μου είναι το πηντάνε", έλεγες και χαιρόσουν!
Έτρωγες ακατάπαυστα. Μπισκότα, κρασοκούλουρα, μακαρόνια, κεφτέδες, τοστ, γιαούρτι και φυσικά μπύρα. Κάθε βράδυ ερχόσουν και μου έλεγες "Μπαμπά, θέλω μπύρα". Κι εγώ σαν κακός μπαμπάς, σου έβρεχα λίγο τα χειλάκια με το ποτό που σου αρέσει. Το χαμόγελο που μου χάριζες μετά ήταν το κάτι άλλο. Συνήθως μου έλεγες "Κι άλλο". 'Οταν όμως σου έλεγα ότι αυτό είναι αρκετό για ένα μικρό παιδάκι, το δεχόσουν αδιαμαρτύρητα.
Χαιρόσουν που μας είχες όλη μέρα. "Με παρατήσατε και φύγατε" είπες στη μαμά δύο μέρες αφότου φτάσαμε στη Σίφνο. Περνούσες καλά με την γιαγιά Ελένη αλλά προφανώς σου λείψαμε πολύ.
Όταν γυρίζαμε από Σίφνο, η μαμά με τις γνωριμίες που έχει, κατάφερε να σε βάλει στη γέφυρα του πλοίου. Εκστασιάστηκες με τον καπετάνιο (κατεπάνιο) μα περισσότερο σου έκαναν εντύπωση οι βοηθοί του. Μου περιέγραφες τη γέφυρα, με γουρλωμένα μάτια!!!
Το ταξίδι στη Χίο ήταν περιπετειώδες. Ξυπνήσαμε στις 4 το πρωί για να πάμε στο αεροδρόμιο. Όταν σε έντυνα, με ρώτησες "που πάμε μπαμπά;". Μόλις σου είπα για το αεροδρόμιο, δεν ξανακοιμήθηκες. Ανυπομονούσες να φτάσουμε. Στο τέλος, χάσαμε την πτήση. Τρέξατε με τον παππού τον Γιάννη μήπως την προλάβετε αλλά τελικά την χάσατε. Στεναχωρήθηκες πολύ. "Να μαλώσουμε το αεροπλάνο που έφυγε και δεν μας πήρε" έλεγες.
Φύγατε με το επόμενο και ο ενθουσιασμός σου ήταν τεράστιος διότι καθόσουν στην θέση ακριβώς δίπλα στον έλικα και είχες χαρεί πολύ που έβλεπες πως γυρίζει "η τουμπίνα".
Χθες σε πήραμε στο Skype για να σε δούμε. Γελούσες συνέχεια μόλις είδες τη μαμά με τις γκριμάτσες που σου έκανε και μετά της έλεγες "Μαμά κάνε άκρη να μπει και ο μπαμπάς".
Μετά από δύο λεπτά σηκώθηκες κι έφυγες λέγοντας "Θέλω να είμαι μαζί σας" .
Τέλος η κλήσεις στο Skype είπα στη μαμά κι εκείνη συμφώνησε με ένα δάκρυ στα μάτια.
Η μανούλα κι εγώ, διότι εσύ συνεχίζεις τις διακοπές σου με τη γιαγιά Γεωργία, τον παππού Γιάννη και τη θεία Σοφία στη Χίο.
Εκεί είναι και η προ-γιαγιά σου που έχει φτάσει τα 96 χρόνια. Δυστυχώς είναι καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι και δεν έχει επικοινωνία με τον κόσμο. Δεν γνωρίζει κανέναν πια. Ούτε καν την κόρη της που είναι όλη μέρα μαζί της...
Έγιναν πολλά στις διακοπές. "Τα περάσαμε όμορφα" όπως λέγαμε μικροί κάθε φορά που γυρίζαμε από μια σχολική εκδρομή.
Σε χαιρόμασταν κάθε μέρα, όλη μέρα. Η γλώσσα σου πήρε φόρα. Τα καμώματά σου άλλαξαν και εμπλουτίστηκαν. Επικοινωνείς σαν μεγάλος. Έχεις άποψη και την εκφράζεις. Διαφωνείς, παλεύεις γι'αυτά που θέλεις, φοβάσαι (και το παραδέχεσαι), γελάς, κλαις... Μεγάλος άνθρωπος.
Τέρμα η πάνα. Μόνο το βράδυ αλλά κι αυτή 8 στις δέκα φορές είναι άδεια.
Πόσο περήφανος νιώθεις.
Έρχονται στο μυαλό στιγμιότυπα από τις διακοπές. Ατάκες και πράξεις σου που μας ομορφαίνουν τη ζωή.
Είσαι έρωτας, συμφωνούμε με τη μαμά. Είμαστε ερωτευμένοι μαζί σου.
Στη Σίφνο είχαμε τις μεγάλες μας κόντρες, ειδικά τις πρώτες μέρες. Η αλήθεια είναι ότι σε έχουμε καλομάθει (ή μήπως κακομάθει) και κάποιες φορές είσαι απαιτητικός σε ενοχλητικό βαθμό.
Ένα βράδυ εκνευρίστηκα μαζί σου γιατί δεν ήθελες να κάνεις κάτι και όταν σε απείλησα με τιμωρία, με χτύπησες. Δεν σε έχουμε χτυπήσει ποτέ και αυτό με εξόργισε.
Σε έβαλα τιμωρία και μετά σκεφτόμουν τι λάθος έχουμε κάνει και σου βγαίνουν αυτές οι συμπεριφορές. Το επόμενο πρωί ήμουν ακόμα σκεπτικός. Όταν ξύπνησες, είδες ότι δεν ήμουν χαμογελαστός όπως συνήθως. Κάποια στιγμή ζήτησες να πας στο γιογιο και είπες να σε πάω εγώ. "Όχι εσύ, ο μπαμπάς, μαμά" είπες. Όταν έκατσες στο γιογιο μου είπες. "Γιατί είσαι έτσι μπαμπα;" Και σου απάντησα "Γιατί με στεναχωρείς όταν απλώνεις χέρι και όταν δεν μας ακούς".
Τότε, ενώ σφιγγόσουν για προφανείς λόγους, μου είπες ταυτόχρονα "Νννννννααααα σου δώωωσω ένα φιλί;;"
Ξέσπασα στα γέλια, σε αγκάλιασα και σου έδωσα εγώ ένα φιλί για την υπέροχη αυτή στιγμή που μου χάρισες.
Ξεθάρρεψες στη θάλασσα. Έπαιρνες φόρα από την ακτή κι έμπαινες μέσα με ταχύτητα (μέχρι εκεί που πάτωνες φυσικά). Εκεί γονάτιζες κι έλεγες "Έκανα μια τεράστια βουτιά!!"
Φοβόσουν τη θεία τη Μαρία. Την άκουγες που όλη την ώρα μάλωνε με τον Νίκο και την Ελένη οπότε κάθε φορά που έλεγε κάτι το έκανες ευλαβικά. Ένα βράδυ δεν κοιμόσουν με τίποτα. Ήσουν στο πάρκο σου όρθιος και κοιτούσες εμένα και τη μαμά που ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή ακούστηκε η θεία Μαρία να έρχεται και τότε σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου... ξάπλωσες!! Με την μαμά ρίξαμε πολύ γέλιο γιατί συνειδητοποιήσαμε το φόβο σου αυτό. Παρεμπιπτόντως, η θεία Μαρία είναι ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να σε πάρει μαζί της στα βαθιά. Με 'μας έψαχνες δικαιολογίες και συνέχεια πλατσουρίζαμε στα ρηχά.
Έμαθες όλα τα πλοία της γραμμής. Σπηντράνερ (Πηντάνε), Αδ. Κοραής, Αγ. Γεώργιος, Φλαϊνκατ, Άκου Τζούελ. Τα ξεχώριζες όλα. "Κοίτα ντουμάνι που βγάζουν" μου έλεγες. "Σαν τη μαμά όταν καπνίζει" σου απαντούσα εγώ. "Δικό μου είναι το πηντάνε", έλεγες και χαιρόσουν!
Έτρωγες ακατάπαυστα. Μπισκότα, κρασοκούλουρα, μακαρόνια, κεφτέδες, τοστ, γιαούρτι και φυσικά μπύρα. Κάθε βράδυ ερχόσουν και μου έλεγες "Μπαμπά, θέλω μπύρα". Κι εγώ σαν κακός μπαμπάς, σου έβρεχα λίγο τα χειλάκια με το ποτό που σου αρέσει. Το χαμόγελο που μου χάριζες μετά ήταν το κάτι άλλο. Συνήθως μου έλεγες "Κι άλλο". 'Οταν όμως σου έλεγα ότι αυτό είναι αρκετό για ένα μικρό παιδάκι, το δεχόσουν αδιαμαρτύρητα.
Χαιρόσουν που μας είχες όλη μέρα. "Με παρατήσατε και φύγατε" είπες στη μαμά δύο μέρες αφότου φτάσαμε στη Σίφνο. Περνούσες καλά με την γιαγιά Ελένη αλλά προφανώς σου λείψαμε πολύ.
Όταν γυρίζαμε από Σίφνο, η μαμά με τις γνωριμίες που έχει, κατάφερε να σε βάλει στη γέφυρα του πλοίου. Εκστασιάστηκες με τον καπετάνιο (κατεπάνιο) μα περισσότερο σου έκαναν εντύπωση οι βοηθοί του. Μου περιέγραφες τη γέφυρα, με γουρλωμένα μάτια!!!
Το ταξίδι στη Χίο ήταν περιπετειώδες. Ξυπνήσαμε στις 4 το πρωί για να πάμε στο αεροδρόμιο. Όταν σε έντυνα, με ρώτησες "που πάμε μπαμπά;". Μόλις σου είπα για το αεροδρόμιο, δεν ξανακοιμήθηκες. Ανυπομονούσες να φτάσουμε. Στο τέλος, χάσαμε την πτήση. Τρέξατε με τον παππού τον Γιάννη μήπως την προλάβετε αλλά τελικά την χάσατε. Στεναχωρήθηκες πολύ. "Να μαλώσουμε το αεροπλάνο που έφυγε και δεν μας πήρε" έλεγες.
Φύγατε με το επόμενο και ο ενθουσιασμός σου ήταν τεράστιος διότι καθόσουν στην θέση ακριβώς δίπλα στον έλικα και είχες χαρεί πολύ που έβλεπες πως γυρίζει "η τουμπίνα".
Χθες σε πήραμε στο Skype για να σε δούμε. Γελούσες συνέχεια μόλις είδες τη μαμά με τις γκριμάτσες που σου έκανε και μετά της έλεγες "Μαμά κάνε άκρη να μπει και ο μπαμπάς".
Μετά από δύο λεπτά σηκώθηκες κι έφυγες λέγοντας "Θέλω να είμαι μαζί σας" .
Τέλος η κλήσεις στο Skype είπα στη μαμά κι εκείνη συμφώνησε με ένα δάκρυ στα μάτια.