Κάθε χρονιά, απ΄όταν ξεκίνησα να δημοσιοποιώ τις σκέψεις μου, υπολόγισε 1986 «4Τροχοί», σκοτωνόμουν να καταγράψω τα δικά μου «Γεια σου» της χρονιάς που αποχαιρετούσα. Ήταν το ποδαρικό μου. Κι είχα επιλέξει αυτόν τον τίτλο διαχρονικά γιατί χώραγε αποχαιρετισμούς και καλωσορίσματα. Αυτό δεν είναι η ζωή; Αποχαιρετισμοί και καλωσορίσματα. Φέτος θέλησα να γράψω τον κατάλογό μου τη μέρα που θα ξεστόλιζα το χριστουγεννιάτικο δέντρο μου. Πάμε λοιπόν…
-Γεια σου στα μάτια της καθώς έκλειναν οι πόρτες του ασανσέρ. Λίγο πριν είχε αρνηθεί να καθίσει σε αναπηρικό καροτσάκι «Μα δεν είμαι άρρωστη!». Το ίδιο είχα πει και γω όταν πήγα να τη γεννήσω. Γεια σου στο πώς καμώνονταν την γενναία. «Δεν με είχες προετοιμάσει απόλυτα» μου είπε μετά. Τη ζωή δεν την περιγράφεις καρδούλα μου, τη ζεις. Τι ευλογημένο να βλέπω το χέρι σου να χαϊδεύει το χεράκι της! Τι αξιωθήκατε εσείς. Και ‘μεις…
-Γεια σου στο ροζ μωρό. Κορίτσι! Καινούργιος άνθρωπος μ΄ένα σωρό παλιά κομμάτια. Και ‘μεις ένα σωρό κεφάλια, ένα σωρό χαμόγελα από πάνω της. Όλα λύνονται στη ζωή μ΄ένα χαμόγελο κατανόησης στα χείλη και συγκατάβασης στην ψυχή. Θα δεις!
-Γεια σου σ΄ένα βράδυ καλοκαιριού στο χωριό Κώμη της Τήνου. Περπατούσα μέσα στην νύχτα όταν άκουσα περίεργες απροσδιόριστες ομιλίες. Μα τι νάναι; Από πού έρχονται; Στην κεντρική πλατεία, καρέκλες πλαστικές, κόσμος πολύς να γελάει ενώ παρακολουθούσε κινηματογραφική ταινία στον τοίχο ενός σπιτιού. Δεν πίστευα τι έβλεπα. Πού με γύρισαν; Σκυφτή πέρασα από μπροστά τους. Μια σκιά πάνω στην οθόνη, πάνω στον τοίχο ενός σπιτιού. Ευλογημένες σκιές που περνούν στην οθόνη της ζωής μας. Μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο, ένα τσακ. Τεράστιο! Πάντα η Τήνος μου δίνει τ΄ ωραίο ταξίδι.
-Γεια σου στον Παπα-Αντώνη στο Κτικάδο καθώς ανασήκωσε τα ράσα του, δρασκέλησε το μαντρότοιχο κι έβαλε σε μια σακούλα από το μποστάνι του δυο κολοκύθια, δυο μελιτζάνες, 2 ντομάτες. Βγήκε το φαγητό της μέρας. Η ζωή είναι απλή. Ξέρω, ξέρω Καμπουράκη. Σε διάβασα. Αλλά άσε με να κάνω όνειρα. Μια μέρα, ένα μποστάνι, μια φέτα θάλασσα, ένας ήλιος, ένα απαγορευτικό. Η ζωή είναι απλή. Άσε με στο όνειρο Καμπουράκη!
-Γεια σου στα πορτραίτα του ζωγράφου Μιχάλη Τζακουντή. Στα βλέμματα όπως αυτός τα καταγράφει.
-Γεια σου στη συναυλία Πρωτοψάλτη-Ρεμπούτσικα στο Παλλάς. Γεια σου σε όσους δεν πρόδωσαν την τέχνη που αξιώθηκαν να υπηρετήσουν. Σε όσους δε φθήνυναν.
-Γεια σου στην έκθεση του Γιάννη Μετζικώφ με τα συγκλονιστικά του κοστούμια. Γεια σου στον τρόπο που αφηγείται αλήθειες και ψέματα. Δικαιούνται κι οι μεγάλοι ν΄ ακούν παραμύθια.
-Γεια σου στη διάρρηξη και στην εγκληματικότητα που άλλαξε τη ζωή μας. Τέρμα τα παραμύθια για μεγάλους. Μια μονάδα και μεις σε μια στατιστική. Δεν είναι όσο απλό ακούγεται…
-Γεια σου στην καρδιά που επέστρεψε στο λαιμό μου. Δώρο των παιδιών μου στα γενέθλιά μου. Τι διαδρομή έκανε! Μόνο αυτά μπορούσαν να φέρουν πίσω την καρδιά μου. Τώρα που το σκέφτομαι.
-Γεια σου στο τσάι και στις κουβέντες μας με το Λεωνίδα. Στη ψυχοθεραπεία του κους κους. Πώς θάταν η ζωή χωρίς κους κους με φίλους. Χωρίς τα «και μου λέει», «και του λέω», «σώωωωωπα!»…
- Γεια σου στο νησί τον χειμώνα και τον Αύγουστο στην Αράχοβα. Στο στενό. Ψύχρα, ζακετούλα, η Νούλα με το λάστιχο στα χέρια, τα παιδιά με τα ποδήλατα, ο Κωστάκης μου να πουλάει νερό από την πηγή στους περαστικούς. Δεν αποβάλλεται το εμπόριο από το dna μας. Ο Λουκάς φέρνει κάτι μοσχομυριστό «για δοκίμασε κάτι που μαγείρεψα». Μια ζωή να δοκιμάζουμε αντάμα γεύσεις! Στα αλατοπίπερα των γεύσεων, στα μπαχάρια των αισθήσεων, έγραψα στο μαυροπίνακα του εστιατορίου του.
-Στη Νίκη που αγκαλιάζει όλο και πιο σφιχτά χρόνο με το χρόνο. Και στην Άντα όπως γελάει.
-Γεια σου στο ΥοοΜοο στη Γλυφάδα και στο παγωτό γιαούρτι του. Γεια σου στην μπάντα που διασκέδαζε τον κόσμο τα Σάββατα στα παγκάκια του. «Επιτέλους λίγο χαρά!» Μια φράση άγνωστης κυρίας ενώ έγλυφε παγωτό γιαούρτι με το τέλειο άλλοθι. Μηδέν λιπαρά. Λες να έγινε επιτέλους η χαρά απλή υπόθεση στη ζωή μας στην Αθήνα;
-Γεια σου στην νύχτα. Την παχιά. Το βαθύ σκοτάδι. Μέσα στο αυτοκίνητο, χνωτισμένα τζάμια, μια αλεπού διέσχισε το δρόμο. Μια καθημερινή για το Μεγάλο Χωριό. Μόνοι στη γη. Έρημη η Ελλάδα τις καθημερινές. Τι ωραία να παίζεις με το φόβο! Αρκεί να είναι δίπλα μου εκείνος.
-Γεια σου στην πεζοπορία για τη Μαύρη Σπηλιά. «Φοβάμαι, γυρίζω πίσω», «Προχώρα».
-Γεια σου στον τρόπο που ανοίγει τη βαλίτσα του όταν γυρίζει και βγάζει δώρα για όλους μας! Γεια σου στο «αχ μάνα» όπως το λέει κάθε φορά που φεύγει.
-Γεια σου στον τρόπο που υποδέχεται τον Αρίστο, ο Απόλλωνας. Στο πώς πηδάει πάνω του! Τι ατσούμπαλο σκυλί! Βρήκε μια αγκαλιά και τούτο το κοπράκι.
-Γεια σου στο Ρούντολφ. 12 χρόνια συντρόφεψε τη μάνα μου. Γεια σου στην όρθια ουρίτσα του, στα κατάμαυρα ματάκια του, στις ιδιοτροπίες του, στον τρόπο που κοίταζε τα πουλιά, στο πώς φοβόταν τους κεραυνούς, στο τελευταίο μπιφτέκι που έφαγε, στο πώς κάθισε στον ήλιο να λιαστεί, στο πώς κούρνιασε στην αγκαλιά μου. Τέλος! Θα μας λείψει. Να γίνονταν κάποτε κι οι άνθρωποι να χαιρετούνε με αξιοπρέπεια τη ζωή. Πριν τους ισοπεδώσει ο πόνος. Κοιμάται πια κάτω από μια ελιά. Άραγε έχει κεραυνούς εκεί που είναι;
-Γεια σου στο Δημήτρη Γαρμπή. Εμπιστεύομαι τους γιατρούς που τιμάνε τη ζωή. Οι μισάνθρωποι προσφέρουν μισές υπηρεσίες σε όλα.
-Γεια σου στις κουβέντες μαζί της. «Ρέα γερνάω, έφτασα 75». Πόσα επεισόδια θα ζήσω δίπλα της; Τι ωραία με περπατάει στις εμπειρίες της. Κάποτε ήταν εκείνη μαμά μου, κάποτε έγινα «μαμά» της. Κάποτε ίσως της πω «δεν με προετοίμασες απόλυτα». Και κείνη ίσως μου απαντήσει από κάπου «τη ζωή δεν τη διηγείσαι, τη ζεις»…
-Γεια σου στις ανακαλύψεις της Εριέττας. Ότι έχει πόδια και τα κοιτάει καλά καλά ενώ την περπατάμε, ότι έχει γλώσσα και μας τρελαίνει στα ντρλ ντρλ, μπρ, μπρ, μπα, πα, πα. Γεια σου στη μαγεία να παρατηρείς ένα μωρό ν΄ανακαλύπτει όλα αυτά που ξέχασες εσύ ότι ανακάλυψες κάποτε.
-Γεια σου στα φώτα που σβήνουνε στο σινεμά. Στο θέατρο. Στις συναυλίες. Όχι γι αυτό που παρακολούθησες αλλά για την ανάλυση, για την κουβέντα μετά. Γι αυτό που σου αφήνουν. Τι θάταν η ζωή χωρίς σχολιασμό;
-Γεια σας στα σχόλια σας. Όλοι εσείς οι γνωστοί άγνωστοι που ξετυλίγουμε μαζί ένα νήμα. Σας ξέρω. Με ξέρετε. Σας ξέρω; Με ξέρετε;
-Γεια σου σε στίχους τραγουδιών που σου κόλλησαν κι άντε να τους ξεκολλήσεις. «Όταν έχω εσένα» του Κραουνάκη, «Οι ονειροπόλοι θα τη σώσουνε την πόλη» αγαπημένε Παχίδη, «Λέω να την κάνω σιγά σιγά» μέγας Μαχαιρίτσας και Ισαάκ Σούσης.
-Γεια σου στο βιβλίο που επιτέλους ξεκίνησα και ταξιδεύω και ταξιδεύω και ταξιδεύω στις μνήμες. Λες του χρόνου στα γεια σου να…Θα δούμε!
-Γεια σου στα καλοκαιρινά μεσημέρια με το μεγάλο τραπέζι στρωμένο να τους περιμένω. Να λέω «άντε θέλω να κοιμηθώ» κι ωστόσο να μένω. Αυτό το «άντε μωρέ, κάτσε λίγο ακόμα» που λένε οι φίλοι. Στα γέλια. Στα δάκρυα. Στις συνεννοήσεις με τα μάτια. Στις ρακιές. Στα «στην υγειά μας». Στα χαζοξενύχτια. Στις διαφωνίες. Στις σφαγές που καταλήγουν: Άντε στην υγειά μας!
-Γεια σου στις αφίξεις στο λιμάνι. Η Εριέττα, η Λίλα, ο Γιώργος, ο Αρίστος και 40 σκυλιά μαζί…Ε όχι ρε παιδιά! Δε σέβεστε τίποτα. Στις γκρίνιες! Στο πώς προσποιούμαστε εγώ κι αυτός τους αυστηρούς. Και μετά γινόμαστε ίσωμα…
-Γεια σου στα τζάκια και στον ήχο των ξύλων. Στον υπνάκο που σε παίρνει. Κυρίως στη κουβέρτα που φέρνει κάποιος και σε τυλίγει τρυφερά.
-Γεια σου στα απλά, στα καθημερινά, στα τυχαία, στα τίποτα, στα τόσο δα! Τόσο δα είμαστε και μεις στο σύμπαν. Τόσοι δα! Αλλά ένας…
Υ.Γ Πόσα είχα να γράψω για τη χρονιά που πέρασε! Κι ούτε μια πολιτική κουβέντα μια σκέψη πολιτική. Πτου! Πόσα κείμενα με πολιτικό περιεχόμενο παρέδωσα στο σάιτ μας. Χαμένα; Λες;
Ίσως πολιτική είναι το πώς ζεις.
Ο λόγος που σου το παραθέτω είναι για να σου δείξω πόσο υπέροχη είναι η δημιουργία όταν την έχεις μέσα σου.
Εύχομαι κάποια μέρα να βρεις το δικό σου ταλέντο. Αυτό που θα σε κάνει χαρούμενο και που θα σε "γεμίζει" σαν άνθρωπο. Και τότε, αυτό που θα δημιουργείς θα είναι ποιότητας εφάμιλλης με αυτό που διάβασες πριν.