Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Κείμενο του Θανάση Πάτρα




Oh my dad!


Ποτέ δεν ξέρεις ποια είναι η σημαντικότερη στιγμή της ζωής σου. Έρχεται η επόμενη και γίνεται παρελθόν και πρέπει να σου συμβεί κάτι, πολλές φορές οδυνηρό, για να κάνεις απολογισμό και να ιεραρχήσεις τις μεγαλύτερες. Έρωτες, επιτυχίες επαγγελματικές και μη, όσο είσαι ελεύθερος και μετά, γάμος, γέννηση του παιδιού σου και, φυσικά, ό,τι συνεπάγεται στη συνέχεια το μεγάλωμά του.

Ως νέος πατέρας προσπαθείς να προλάβεις τις μεγάλες στιγμές. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, η ανταλλαγή ενός βλέμματος με τη γυναίκα σου για το θαύμα της ζωής που ξετυλίγεται καθημερινά στα μάτια σου. Η αίσθηση καθήκοντος που αισθάνεσαι κάθε φορά που ακούς στην ενδοεπικοινωνία το κλάμα του και οι άσκοπες κουβέντες που κάνεις με το έκπληκτο μωρό σου προσπαθώντας να του εξηγήσεις ότι είσαι πολύ ευτυχισμένος που μοιράζεσαι τη ζωή σου μαζί του. Η ικανοποίηση που νιώθεις ξέροντας ότι για μια ακόμη ημέρα της ζωής σου έκανες το καλύτερο που μπορείς.

Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα. Σαν ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω. Σαν όνειρο που δεν θυμόμαστε το πρωί. Σαν τα τρένα που χάσαμε και τα ραντεβού που δεν πήγαν όπως τα περιμέναμε. Οι άνθρωποι περνούν από δίπλα μας υπενθυμίζοντάς μας ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Οι καιροί αλλάζουν σαν τις μόδες της γκαρνταρόμπας και ο χρόνος αυλακώνει το πρόσωπό μας και φορτώνει τη μνήμη μας εκατομμύρια άχρηστες εικόνες.

Ο καιρός που περνάει μας υπενθυμίζει αδιάκοπα πόσο ασήμαντα είναι όλα όσα κάνουμε για το βιογραφικό μας μπροστά στη στιγμές που υποκλινόμαστε μπροστά στην πραγματική δημιουργία. Μπροστά στο θαύμα της ζωής. Μπροστά στη μοναδικότητα που μας δημιουργεί η επαφή μας, η τριβή και η σχέση μας με το αύριο.

Ο καιρός που περνάει και χάνεται όμως είναι γεμάτος μεγάλες στιγμές. Στιγμές που η καθημερινότητα δεν μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε αναλόγως. Έχουμε ξεχάσει να είμαστε άνθρωποι, να χαιρόμαστε με το αυτονόητο, να διεκδικούμε και να κατακτούμε κάθε σπιθαμή στο χωράφι της ευτυχίας μας. Αυτό που δεν κοστίζει απολύτως τίποτα αλλά είναι εξαιρετικά ακριβό, αυτό που δεν προϋποθέτει κόπο αλλά έχει ανεκτίμητη αξία.

Η κόρη μου είναι σχεδόν 8,5 μηνών και έχει αρχίσει να επιχειρεί τα πρώτα της βηματάκια - με τη βοήθειά μου, φυσικά. Απλώνω τα χέρια μου και ενστικτωδώς πιάνεται και σηκώνεται με βιασύνη για να στυλώσει τα ποδαράκια της και να περπατήσει. Να κάνει δικό της το χώρο και να εξερευνήσει το ανεξερεύνητο. Σαν να βιάζεται να μεγαλώσει. Με ένα βλέμμα επιτυχίας και απορίας, ταυτόχρονα. Με αποφασιστικότητα και φόβο ανάκατο. Με ορμή και δισταγμό.

Μοναδικό συναίσθημα. Μεγάλη στιγμή. Όπως, φυσικά, καθεμία που έχει να κάνει με την ευλογημένη ύπαρξή της.

Την κοιτάζω και συγκινούμαι. Θέλω να της πω να μη φοβάται γιατί είμαι εκεί για να την κρατήσω. Με κοιτάει ικετευτικά με τα μικρά αθώα ματάκια της, σαν να μου το ζητάει. Ξέρω ότι αν είχε ήδη μιλιά θα το απαιτούσε. Και συγκινούμαι περισσότερο. Γιατί ξέρω ότι δεν ξέρει, πόσο μόνοι και φοβισμένοι είμαστε όλοι οι ενήλικες, εμείς που είμαστε πάντα εκεί για να συμπαρασταθούμε στα πρώτα βηματάκια τους. Με την ίδια απορία και εμείς στο βλέμμα. Ίσως και με ένα δάκρυ. Χαράς, για τις μεγάλες στιγμές που ζούμε. Που φεύγουν και δεν θα ξαναγυρίσουν. Ποτέ.

*αν θέλετε να μοιραστείτε διαδικτυακά την εμπειρία της πατρότητας κάντε like στη fan page oh my dad στο facebook.

Cool τύπος... Αυτό είσαι...

Χθες όταν γυρίσαμε στο σπίτι, σε άφησα μόνο σου στο σαλόνι και πήγα στην κουζίνα.
Όταν γύρισα, σε είδα πάνω στον καναπέ, στο ένα χέρι να κρατάς το παγούρι σου και να πίνεις νερό ενώ με το άλλο χέρι είχες ξεκλειδώσει το tablet κι έπαιζες με το δάχτυλό σου βλέποντας τις εικόνες να γυρίζουν...
Μόλις κατάλαβες ότι σε βλέπω σήκωσες τα μάτια, με κοίταξες και χαμογέλασες...

Μοναδικές στιγμές...

----
Στο δρόμο για το σπίτι μας, βρέθηκε πίσω μας ένας οδηγός ο οποίος είχε μια διαφορετική αίσθηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.  Επέμενε να κάνω μια παρανομία κι επειδή δεν έκανα αυτό που ζητούσε απείλησε να κατέβει να μου "ρίξει μερικές γρήγορες".... 
Ο λόγος που σου λέω αυτή την ιστορία είναι για να γνωρίζεις ότι υπάρχει παράνοια στον κόσμο μας.  Δεν είναι όλα τόσο ρόδινα και τόσο εύκολα όσο προσπαθούμε να τα παρουσιάσουμε εμείς μέσα στην οικογένειά μας.  Αυτό το κάνουμε γιατί πρέπει τα παιδιά να μεγαλώνουν σε καλές και ιδανικές συνθήκες.  Αυτό όμως εξωραΐζει έναν κόσμο ο οποίος είναι εντελώς διαφορετικός.  Ελπίζω να καταφέρουμε να σου δείξουμε με σωστό τρόπο όλες τις πτυχές της ζωής έτσι ώστε οι εκπλήξεις που θα αντικρύσεις στη ζωή σου να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες...

-----
Αυτό το μήνα σου έχω βάλει πολλά κείμενα άλλων.  Λέω να συνεχίσω διότι πολλές φορές νιώθω πως με εκφράζουν απόλυτα και δίνουν πληροφορίες, εικόνες και αισθήματα που θα ήθελα να γνωρίζεις.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ένα ακόμα ωραίο κείμενο...

Το αφήνω ασχολίαστο για να καταλάβεις εσύ το νόημα...


Ιδανική φυγή


Photo: Alexandros Katsis / Fosphotos.com

Τις μέρες αυτές ο νους μου ξεστρατίζει ολοένα και πιο συχνά στα ταξίδια μας.

Στις βραδινές τσάρκες στο Μαραί, στις ποδηλατάδες στην ηλιόλουστη Κοπεγχάγη, στο φλωρεντίνικο gelato την ώρα που σουρούπωνε πάνω απ’ τον Άρνο και στις ξέφρενες νύχτες του τόσο αγαπησιάρικου Βερολίνου.

Για τα ταξίδια αυτά, δέκα-δεκαπέντε μέρες συνολικά σε μια-δυο δόσεις, δουλεύαμε όλο τον χρόνο σαν τα σκυλιά κι εγώ και το Κουτάβι. Ήταν η μοναδική μας πολυτέλεια, το μόνο λούσο που λαχταρούσε η ψυχή μας: δυο βδομάδες ανεμελιάς και τρυφηλότητας, όπου παριστάναμε πως καμιά έγνοια δεν μας κρατούσε αλυσοδεμένους απ’ το ποδάρι, και ροβολάγαμε στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις με την αχορτασιά του μικρού παιδιού που δεν πεταρίζει τα βλέφαρα, μην τυχόν και ξεφύγει έστω κι ένα ψήγμα ζωής απ’ τα γουρλωμένα του μάτια.

Είναι συμπυκνωμένος χρόνος κι απόλαυση τα ταξίδια. Βασιλικός πολτός από το μέλι της ζωής. Μες σε δυο-τρεις μέρες, που στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των υποχρεώσεων που επανέρχονται μονότονα σαν τον χτύπο του μετρονόμου κυλούν σε μια στιγμή, μπορούν να χωρέσουν αισθήσεις και μνήμες που θα τροφοδοτούν την καρδιά για μήνες και για χρόνια, όμοια με τις πιο πετυχημένες φωτογραφίες, που αποτυπώνουν σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πραγματικότητες δεκαετιών, κι αισθήματα που απλώνονται απ’ το λησμονημένο παρελθόν ίσαμε τ’ όνειρο του μέλλοντος.

Τι αποκομίζαμε από τις αποδράσεις μας εκείνες; Ξεκούραση σαφώς, λίγα εικοσιτετράωρα χωρίς την έγνοια του κινητού που θα χτυπήσει με καινούργιο όρντινο και του γκαστρωμένου φακέλου με τους δυο απλήρωτους λογαριασμούς που φρακάρει στη χαραμάδα της πόρτας. Κι ομορφιά, ποικίλη κι ατέλειωτη ομορφιά, απ’ αυτήν που η δύστηνη χώρα μας στερήθηκε εξαιτίας τραγικών ιστορικών συγκυριών και της αήθειας πολιτικών που, με μόνο γνώμονα το κέρδος, και δίχως να υποψιάζονται πόσο ευεργετεί κι ανυψώνει η ωραιότητα την ψυχή του ανθρώπου, άφησαν τα ιστορικά κέντρα των μεγαλουπόλεων της Ελλάδας να ρημάξουν, έτσι που αντί για δρόμους γεμάτους νεοκλασικά και δεντροστοιχίες, πάρκα και μονοκατοικίες με αυλές, οι πόλεις μας γέμισαν με αγέλες από τσιμεντένιους κοπρίτες.

Κι όταν γυρνούσαμε, οι μπαταρίες μας ήταν γεμάτες, και μας κρατούσαν για όλη την υπόλοιπη χρονιά, μιας και σε κάθε στραβή, σε κάθε ζόρι, ο νους ανέτρεχε αυτομάτως σε μιαν απ’ τις μυριάδες στιγμές-καλλονές των ταξιδιών μας, φέρνοντάς τες στο φως σαν μικροσκοπικά μα ανεκτίμητα πετράδια.

Στα ταξίδια μας αυτά, συχνά-πυκνά τρακάραμε πατριωτάκια μας ξενιτεμένα, είτε προσωρινά είτε μόνιμα. Κι ομολογώ ότι κάθε φορά, σε αντίθεση με τους ντόπιους που ήταν συνηθισμένοι στ’ όνειρο που τους περιέβαλλε, τους Έλληνες αυτούς που είχαν το σθένος και την τόλμη να αναμετρηθούν με αγορές εργασίας πολύ πιο γόνιμες μα και πιο απαιτητικές, με δαπάνες ζωής ασύλληπτες, καθώς και με τον νόστο που επιστρέφει κάθε τόσο ύπουλα σαν έρπης ψυχικός, τους θαύμαζα μ’ όλη μου την καρδιά και τους ζήλευα άδολα και σφόδρα, αναρωτώμενος κατά πόσον θα είχα κι εγώ ποτέ τον τσαμπουκά και το κουράγιο ν’ αφήσω τις δεκάδες βολές κι ασφάλειες και ν’ αποζητήσω μια καλύτερη, πιο πλούσια ζωή, σε χώρες και σε πόλεις που παρέμεναν άπιαστο όνειρο, ή τόποι φευγαλέας διαμονής. Αν θα ’χα ποτέ το θάρρος να κάνω την κλεφτή εισπνοή βαθιά ανάσα.

Μα ήταν δύσκολο για χίλιους δυο λόγους. Κι εγώ και το Κουτάβι ήμασταν δεμένοι όχι μονάχα με τις δουλειές μας, μα και με αγαπημένους ανθρώπους που δεν αντέχαμε ν’ αποχωριστούμε. Και μας έδενε ακόμα κι ο ελληνικός τρόπος ζωής, με τις βιασύνες του και τις τσαπατσουλιές του, με τη γλυκιά του ραστώνη και την αναίτια αισιοδοξία που γεννιέται από το τόσο φως που λουζόμαστε, εμείς τα χαϊδεμένα του ήλιου και της θάλασσας. Πέρα απ’ τη γλώσσα του νου και της ψυχής, πέρα απ’ τους φίλους και το σπιτικό μας, πώς ν’ αφήναμε τον τόπο όπου στις δύο το βράδυ μπορείς να βγεις για τσιγάρα, σουβλάκια και μπίρες και να βρεθείς μες σ’ ένα βουερό λεφούσι που σου ζεσταίνει το φυλλοκάρδι; Πώς ν’ αποχωριστείς το βαπόρι που σε λίγες ώρες σε ξαμολάει στα νησιά όπου μετρήσαμε τόσα και τόσα καλοκαίρια μας; Έτσι, κάθε φορά που η ιδέα μιας οριστικής φυγής ξεμύτιζε απ’ το ντουλάπι με τα απωθημένα και τα τρελά όνειρα, η αντίδρασή μας ήταν σαν την επωδό της "Μπαλάντας του Ούρι": Ουρανέ, όχι, δεν θα πω το ναι.

Βέβαια, έκτοτε τα πράγματα χειροτερέψαν τρομερά. Με την πολυετή ασθένεια του καπιταλισμού και το χάος των συμπτωμάτων του ανά τον κόσμο, η ελληνική πραγματικότητα έγινε δυσβάσταχτη και ζοφερή. Και κάθε τόσο, κάποια καινούρια ασχημοσύνη, αθλιότητα ή απειλή βαραίνει την καρδιά ανυπόφορα, και καθιστά το παλιό όνειρο μιας φυγής στην ομορφιά απείρως δελεαστικό.

Ωστόσο, ξέρω πως μια μετανάστευση, ακόμα κι αν διαθέταμε τα εχέγγυα που απαιτεί -από τυπικά προσόντα μέχρι την πυγμή μιας επιβίωσης σε ακόμα πιο σκληρές συνθήκες- δεν είναι διόλου απλή υπόθεση. Κι όχι μονάχα για τις πλείστες πρακτικές της δυσκολίες, μα κι επειδή σημαίνει ξεριζωμό απ’ τον τόπο μας.

Κι όχι μονάχα για τις πλείστες πρακτικές της δυσκολίες, μα κι επειδή σημαίνει ξεριζωμό απ’ τον τόπο μας, απ’ τη γειτονιά μας, απ’ το μικρό, ταλαίπωρο, ενοικιαζόμενο βασίλειό μας.

Και δεν ξέρω αν φταίει που, ως Σαλονικιός, στην Αθήνα ένιωθα ανέκαθεν κι ακόμα νιώθω ισόβιος τουρίστας, αλλά την αγαπώ βαθιά τη σακατεμένη τούτη πόλη, και είμαι συνειδητά κι επιλεκτικά τυφλός στις ασχήμιες της όπως είναι όποιος αγαπά στις ατέλειες του αγαπημένου. Τα Εξάρχεια, που πριν δέκα χρόνια με υιοθέτησαν, είναι κομμάτι μου όσο κι εγώ δικό τους. Και την ίδια στιγμή που ένα κύμα απόγνωσης μπρος στον Γολγοθά του βιοπορισμού με κάνει να θέλω να τα βροντήξω, να σηκωθώ να φύγω και να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου, το κομμάτι αυτό επαναστατεί, και μου δηλώνει απερίφραστα πως δεν σκοπεύει να αποκοπεί από τον ζωτικό του ιστό μόνο και μόνον επειδή οι αντιξοότητες της επιβίωσης και τα τομάρια που λυμαίνονται την πολιτική σκηνή της χώρας μου γεννούν κύματα απελπισίας. Αν είναι να κάνεις θυσίες, καν’ τες εδώ, μου λέει.

Κι έχει δίκιο το υιοθετημένο, Εξαρχειώτικο μισό μου: ιδανική φυγή δεν υπάρχει, παρεκτός στα ταξίδια και στα όνειρα. Και η ομορφιά έχει την τάση να επιβιώνει και υπό τις πλέον αδιανόητες συνθήκες, σαν αγριολούλουδο σε χέρσα γη καμένη, που άλλοτε το λένε Αδριανού κι άλλοτε πλατεία Αγίας Ειρήνης, Αιόλου κι Αθηνάς, Φωκίωνος και δασωμένα μπαλκόνια στα δροσερά Βριλήσσια με φίλους-αδέρφια.

Κι έτσι -επειδή πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή;- κάθομαι. Και το παλεύω. Γεμίζουν και με τον αγώνα οι μπαταρίες.

Από τον Αύγουστο Κορτώ.

Μπανάκι στην πισίνα!!!

Χθες είχαμε πάει στα νέα μας κουμπάρια!!
Τους γονείς της Μελίνας.
Το απόγευμα επειδή είχε ζέστη, έβγαλαν μια πλαστική πισινούλα στον κήπο για να κάνετε βουτιές εσύ και ο γιος τους ο Χάρης.

Στην αρχή φοβόσουν αλλά τελικά, σιγά σιγά, μου έλεγες να σε βάζω όλο και πιο μέσα στο νερό.   Το απολάμβανες αλλά με προσοχή γιατί και το νερό ήταν κρύο!

Πέρασες πολύ όμορφα, έπαιξες με την ψυχή σου και παρά την υπερένταση που είχες το βράδυ, κοιμήθηκες σαν πουλάκι!


Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Βρε, πότε μεγάλωσες εσύ;

Ο κουμπάρος μου, μα πάνω απ' όλα φίλος μου αγαπημένος, ο Νάσος, το είχε πει απλά.
Υπάρχει η ζωή πριν και μετά τη γέννηση του παιδιού. Ενώ στο "πριν" η ταχύτητα είναι χαλαρή, στο "μετά"... Δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις τι έχει συμβεί...
Η αγαπημένη μου Ρέα, το περιγράφει με το μοναδικό της τρόπο...



Δυο χέρια...μια ιστορία


photo: isobel-daisy@Flickr


Αυτοκίνητα διέσχιζαν με ταχύτητα τη μεγάλη λεωφόρο. Του έδινα το χέρι και κείνος το έσφιγγε για να περάσουμε. Στην αρχή θυμάμαι, με τραβούσε προς τα πίσω, για να οπισθοχωρήσουμε. Τότε εγώ του έλεγα «μη φοβάσαι, σε κρατάω» και προχώραγε. Έτσι, χέρι-χέρι, πορευτήκαμε σε πολλά! Μπήκαμε στη θάλασσα, στο αεροπλάνο, στο σχολικό, διασχίσαμε δρόμους και μονοπάτια... Και μήνα τον μήνα... Χρόνο τον χρόνο... Το χέρι αλάφρωνε. Ξέσφιγγε. Μέχρι εκείνο το απόγευμα.

Ήμασταν θυμάμαι στο Παρίσι. Είχε εκείνη τη φίνα του βροχή. Περπατούσαμε στο Τροκαντερό. Μπροστά μας ο Πύργος του Άιφελ, δεξιά εκείνο το πανέμορφο καρουσέλ και παιδάκια να στροβιλίζονται. «Ούτε ξέρω πόσες φορές γύρισες γύρω-γύρω, στο πρώτο μας ταξίδι. Εσύ θυμάμαι, ανέβαινες πάντα στο άσπρο άλογο και η αδελφή σου στο μαύρο. Και δώστου “άλλη μια φορά, μαμά” και “μόνο μια φορά ακόμα, στο ορκίζομαι” και άντε πάλι...». Αυτά του έλεγα και γελάγαμε. Μετά, σαν γνήσιοι Ρωμιοί, αγνοήσαμε το φανάρι και πήγαμε να περάσουμε απέναντι. Ασυναίσθητα, άπλωσα το χέρι, να πιάσω το δικό του. Μου το απώθησε με δύναμη. Ξανάπλωσα το χέρι σαν για να επιβεβαιώσω την απώθηση. «Ρε, μάνα! Μπορώ και μόνος μου». Αυτό ήταν! Λίγα δευτερόλεπτα... Δυο χέρια που δε συναντήθηκαν. Μια κουβέντα που ειπώθηκε και άλλες χίλιες που εννοήθηκαν. Ο γιος μου μεγάλωσε!

Πάντα τα μικρά, τα ελάχιστα, οι λεπτομέρειες. Να οριοθετούν, να σημαίνουν, να αγαλλιάζουν ή να πονάνε, να υποσημειώνουν. Σαν συμβόλαιο, ασφάλειας ζωής... Πάντα τα μικρά γράμματα. Αυτά τα μικρά-απέραντα. Κι όμως τα παιδιά μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας. Ψηλώνουν, αλλάζει η φωνή τους, μεταμορφώνονται... Μπροστά στα μάτια μας... Και μεις... Αόμματοι!

Κι έρχεται ένα τόσο δα μικρούλι-απέραντο και μας ξυπνάει! Ένα πόδι μέσα στη τρίχα, που περισσεύει από το σεντόνι, ένα «μη και με πάρεις εσύ, θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σας», ένα «σου έχω πει να χτυπάς», μια σφαλιάρα που δεν κατάφερε να βρει το στόχο της, γιατί απλούστατα ήταν πολύ ψηλότερος από το δικό σου μπόι!

Σήμερα είναι η αποφοίτηση του γιου μας. Μα πώς πέρασε ο καιρός! Από τον Peter Pan, στο International Baccalaureate. Μια δρασκελιά το χθες από το σήμερα. Κι όλα αυτά τα παιδιά μπροστά μας! Ο Αλέξανδρος, ο Γρηγορίου... Πόσο άλλαξαν! Με τα κοστούμια τους και τα κορίτσια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια! (Άγιο είχαν, δεν παραπάτησε ούτε μία!). Με αυτά τα λαμπερά μάτια! Μα πώς πέρασε ο χρόνος! Κι ας είχα ορθάνοιχτα τα μάτια και ξεκούμπωτες τις αισθήσεις... Κι ας προσπάθησα μ΄ όλες μου τις δυνάμεις να μη χάσω δευτερόλεπτο... Μη και έχω χρωστούμενα στη ζωή. Πάντα με άγχωνε η χρονοτριβή των προκαταρκτικών. Μη και δεν προλαβαίνω τα "ευχαριστώ", τα "συγνώμη", τα "σ΄ αγαπώ". Πίστευα ότι τα είχα καταφέρει... Μα σήμερα! Καθώς τον είδα στον καθρέπτη να δένει τη γραβάτα του και μου έκλεισε το μάτι και μου έριξε εκείνο το γλυκό χαμόγελο και είπε «τι συμβαίνει, κυρία Ρίτσα; Θα 'χουμε κλάματα; Μη με κάνεις ρεζίλι!»... Αυτό ήταν! Σαν να γλίστρησε μέσα από τη χούφτα μου ο άτιμος ο χρόνος. Με ξεπέρασε. Μου την έφερε! Ο γιος μας αποφοιτεί σήμερα. Ο Αρίστος μεγάλωσε. Πάει... Πέταξε. Τι ωραία που πέταξε! Ούριος άνεμος στην πτήση του, στη γραβάτα που έδεσε, στο χαμόγελο, στη φόρα του! Και μεις εδώ. Η πίστα προσγειώσεων και αναχωρήσεων. Ανοιχτοί 24 hours a day! Καλό δρόμο, λοιπόν... Και τσιμουδιά αν με πιάσουν τα κλάματα. Άκου -ΑΝ με πιάσουν!-. Και βέβαια θα με πιάσουν και θα πλαντάξω και θα πω «τα μαύρα γυαλιά με μάραναν» και άι στην ευχή... Θα κάνω ό,τι θέλω και γω και ο πατέρας σου... Και δεν θέλω κουβέντα παραπάνω.

Υ.Γ.: Το κείμενο γράφτηκε πριν πολλά-πολλά χρόνια. Ο Αρίστος του κειμένου ζει και εργάζεται χρόνια στο εξωτερικό. Αλλά τα ανίψια μου Αριστείδης και Δημήτρης φέτος αποφοίτησαν. Και το βαφτιστήρι μου ο Ορέστης. Και σκέφτηκα να το αφιερώσω στους γονείς τους. Γιατί. Καταλαβαίνω.

*To βιβλίο της Ρέας Βιτάλη "Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός. Κείμενο της Ρέας Βιτάλη διαγωνίζεται στα e-awards της 25ης Ιουνίου.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Δοκιμές!! (και χορός και ipad!)

Βασική προϋπόθεση στη ζωή!
Να δοκιμάζουμε νέα πράγματα. Πως μπορείς να έχεις άποψη για κάτι αν δεν δοκιμάσεις πρώτα; 

Χθες δοκίμασες για πρώτη φορά να φας παρμεζάνα.  Ήμουν στη γιαγιά κι έτρωγα οπότε ήρθες και μου έλεγες "Γκαγιά, μαμ" Αγκαλιά - Φαγητό

Σε πήρα στα πόδια μου και τρώγαμε παρέα.  Σου έδωσα να φας και λίγη παρμεζάνα και έδειξε να σου αρέσει.  Θα μου πεις, "Άσε ρε πατέρα, σιγά το νέο".  Ναι σίγουρα, αυτό από μόνο του δεν είναι νέο αλλά με αυτό θέλω να σου υπενθυμίσω πως πρέπει να δοκιμάζεις πράγματα στη ζωή σου.  Ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να βρίσκεται η ομορφιά...

--------------------------

Στο αυτοκίνητο που γυρίζαμε είχε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι των Red Hot Chilli Peppers. To Otherside (http://www.youtube.com/watch?v=_8ELmesBmZM).  Ενώ στο αυτοκίνητο είσαι γενικά σιωπηλός και αγέλαστος, άρχισες να χορεύεις και να γελάς!! Ξαφνιάστηκα! Το δυνάμωσα λίγο κι εσύ συνέχισες να χορεύεις! Ο θείος σου πρέπει να είναι πολύ περήφανος διότι του αρέσουν πολύ οι RHCP.

--------------------------

Και κάτι για να είναι περήφανος ο νονός ο κολλημένος με τα προϊόντα Apple (αυτός δεν δοκιμάζει κάτι άλλο...)!
Γενικά με τα κομπιούτερ και τα tablets έχεις μια πολύ καλή σχέση.  Χθες για πρώτη φορά σε είδα να βάζεις το δάχτυλο στην οθόνη του iPad και να το κινείς σωστά.  Αμέσως μου πέρασε από το μυαλό να βρω μια εφαρμογή για παιδιά, την οποία φυσικά βρήκα και κατέβασα αμέσως!
Τρελάθηκες!  Είχε φωτογραφίες από ζωάκια και από αντικείμενα κι όταν πάταγες επάνω τους η φωτογραφία άλλαζε κι έκανε τον ήχου του ζώου ή του αντικειμένου.
Μετά η μαμά σου κατέβασε ένα παιχνίδι με παζλ!  Έβαζες τα κομμάτια πάνω στα αντικείμενα και σου άρεσε πάρα.  Φυσικά ανακαλύψαμε για ακόμα μια φορά ότι η υπομονή δεν είναι από τα στοιχεία του χαρακτήρα σου διότι κάθε φορά που δεν έπιανες καλά ένα κομμάτι εκνευριζόσουν!!
Αυτό θα πρέπει να το καλλιεργήσουμε...

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Η γιορτή του μπαμπά!

Τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί η γιορτή του μπαμπά.  
Για να μην είμαστε παραπονεμένοι επειδή υπήρχε μόνο η γιορτή της μαμάς προφανώς!

Όπως πάντα, βρήκα ένα πολύ όμορφο κείμενο το οποίο θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου... (Από τον Αύγουστο Κορτώ)


Λατρεμένε μου, Τασούλη


Photo: kelatr/Flickr

Γιος πρωτότοκος τη δεκαετία του ’50, δεν σε μεγάλωσαν με πολλά-πολλά φιλιά και χάδια. Ως και τα γλυκόλογα τα σπάνια ήταν μια βλοσυρή ανταμοιβή, μια απόδειξη παροχής ικανών υιικών υπηρεσιών. Έτσι μεγάλωσες κι έγινες ένας νέος γεμάτος στοργή και τρυφερότητα που δεν γνώριζες πώς να λευτερώσεις από μέσα σου και να χαρίσεις σ’ όσους ζεσταίναν την καρδιά σου. Πρώτα σε μαλάκωσε ο έρωτας – σου ’μαθε να γράφεις χαδιάρικες επιστολές όλο πλανταγμό κατά την εικοσιοκτάμηνη θητεία σου στον στρατό – κι έπειτα ο σπόρος που ξεφύτρωσε από δαύτον. Κι ως τότε είχες βρει το πρώτο πάτημα στην αισθηματική απολύτρωση: τη φωτογραφία, το μάτι που έβλεπε και κατέγραφε τα πάντα, το κάθε τι αγαπημένο, όσο κι αν ήτανε μικρό, μην και παραπέσει.

Με το ένα χέρι με υποδέχτηκες στον κόσμο και με τ’ άλλο με φωτογράφισες, με τα σπάργανα ακόμα. Και σ’ όλα τα παιδικά μου χρόνια, σε στιγμές παραδεισένιες που μου δώριζες -είτε στις παραλίες της Χαλκιδικής είτε στο μονοκινητήριο Cessna με το οποίο με πήγαινες βόλτα στη Σκιάθο- ήξερα πως κι αν τα χέρια σου ζορίζονταν στην αγκαλιά και τα αγγίγματα, κι αν τα πραγματικά σου μάτια λαχταρούσαν να σταθούνε με τις ώρες πάνω μου αλλά δίσταζαν, η μηχανή σου, ο χρόνος που μου αφιέρωνες κι ας δούλευες δυο δουλειές για να μη μου λείψει τίποτα, ήταν η δική σου γλώσσα για να μου λες συνέχεια πόσο μ’ αγαπάς.

Υπήρξα άδικος μαζί σου. Η τεμπέλικη παιδική μου καρδιά γύριζε σαν το ηλιοτρόπιο προς την πληθωρική αγάπη της μάνας μου, μιας άλλης Λωξάντρας που σ’ αγαπούσε απείρως πιο πολύ απ’ όσο ήξερε κι εκείνη να σου δείξει. Και για χρόνια σ’ έψεγα για το είδος του πατέρα που δεν ήσουν: ο μεγάλος λούτρινος κούκλος που δεν παύει να χαϊδεύει, να αγκαλιάζει, να φιλά. Άργησα να καταλάβω τις όψεις της αγάπης που δεν σκάνε μπρος σου σαν πυροτεχνήματα: την έγνοια τη διαρκή, τη φροντίδα του γεμάτου ψυγείου και των πληρωμένων διδάκτρων, των στερήσεων που επέβαλλες στον εαυτό σου για να ’χω μεγαλώνοντας περισσότερα απ’ όσα είχες εσύ. Και πιο πολύ ακόμα άργησα να αντιληφθώ τα όνειρά σου για μένα, και πως δεν ήταν αντανακλάσεις δικών σου απωθημένων, ούτε μια σειρά προειλημμένων αποφάσεων, αλλά τα όνειρα του φιλόστοργου μπαμπά που δεν λαχταρά παρά την ευτυχία του παιδιού του, με κάθε τίμημα και τρόπο.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Χρόνια απώλειας και ξενιτεμού, μα και χρόνια που μ’ έκαναν άντρα και μπόρεσα να σταθώ απέναντί σου με καθαρή ματιά, και να ζυγιάσω τη μεγάλη σου καρδιά στα λόγια και τις πράξεις σου. Υπήρξες περήφανος για μένα, μα δεν φαντάστηκες ποτέ πόσο περήφανος ήμουν και είμαι εγώ που είμαι γιος σου.

Πριν λίγες μέρες, μου κράταγες πάλι το χέρι. Σ’ ένα άλλο νοσοκομείο. Εγώ στα τριάντα τέσσερα κι εσύ στα εξήντα ένα. Και κάθε μέρα περίμενες τις τιμές των αιμοπεταλίων μου σαν τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών, και τα μάτια σου πανηγύριζαν με κάθε νέα άνοδο. Μέχρι για την θριαμβική πορεία της νοσηλείας μου ήσουν περήφανος, λατρεμένε μου Τασούλη.
Και τώρα πια, επιτέλους, γνωρίζω την άπλα της αγκάλης σου, που ’χει χωρέσει κάθε κομμάτι της χαράς μου, με πρώτο και καλύτερο τον σύντροφό μου, που – κοίτα να δεις πώς τα φέρνει η σκανταλιάρα η ζωή – είναι και συνονόματός σου.
Θέλω να σου δώσω κι άλλες χαρές, σου χρωστώ πολλά ακόμα και δεν σκοπεύω να γυρίσω την πλάτη στο ιερό χρέος της αγάπης.
Θέλω να κρατήσεις το εγγονάκι σου που τόσο λαχταράς και τόσο λαχταρώ κι εγώ να σου δώσω, και να γίνουμε μαζί μπαμπάδες απ’ την αρχή.
Θέλω να ζήσεις ευτυχισμένος με τη δική σου θαυμάσια σύντροφο - που έγινε δεύτερη μάνα μου, όπως δεύτερος γιος σου έγινε το Κουτάβι.
Με περιέχεις και σε περιέχω, μπαμπά. Οι ρόλοι μας αλλάζουν, μες στα νερά του ίδιου ποταμού που μας παρασέρνει σε καινούργιες πολύτιμες μνήμες.
Και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αυτό που μας δένει δυναμώνει.

Μαμ! Ακατάπαυστα

Η Κυριακή που μας πέρασε ήταν η πρώτη μέρα που δεν είχες πυρετό!  Ήταν η πρώτη μέρα που ένιωσες καλά και είχες "πάρει τα πάνω" σου όπως λέμε.

Η μαμά κανόνισε και ήρθε η θεία Μαρία με το Νίκο και την Ελένη.

Αφηνίασες!  Ευχαριστήθηκες παιχνίδι με την εξαδέλφη σου.  Όπου πήγαινες την φώναζες "Νένη Νένη" κι εκείνη επειδή σε αγαπάει πολύ ακολουθούσε.   Αφού από τη χαρά σου είχε ανοίξει η όρεξή σου κι έτρωγες συνέχεια ότι έβρισκες μπροστά σου!

"Μέχρι και μοσχαράκι έφαγε" έλεγε η μανούλα σου περήφανη για τον κανακάρη της!!!

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Πυρετόοοοςςςς / Φσσσ μποινγκ

Φυσικά το συνάχι που συνόδευσε την εκδρομή μας, εξελίχθηκε και την Τρίτη ανέβασες πυρετό!
Τρίτη βράδυ 39+ και το πρωί της Τετάρτης σε πήγαμε στην Μαρία.  Μάλιστα πηγαίνοντας στο ιατρείο της, σου έδωσα ένα γιασεμί στο χέρι και σου είπα να της το δώσεις. Έτσι κι έκανες.

Στο ιατρείο ήσουν σχετικά καλά με λίγο πυρετό.  Όταν φύγαμε και μέχρι να πάμε στη γιαγιά έφτασες 40,1.  Στο αυτοκίνητο τα μάτια σου έκλειναν σαν να ζαλιζόσουν και είχα αγχωθεί.
Αμέσως πήρα τη Μαρία η οποία μας συμβούλεψε να πάμε στο νοσοκομείο να σου κάνουμε ένα Στρεπ τεστ.  Έλεγχο για στρεπτόκοκκο. Η μαμά σου έφυγε από τη δουλειά και συναντηθήκαμε στο νοσοκομείο. Το τεστ ήταν απλό, γρήγορο και ευτυχώς αρνητικό!

Όλη την υπόλοιπη μέρα πάλευες με τον πυρετό. Κάθε 3 ώρες υπόθετα και να μην πέφτει κάτω από 38. Το βράδυ ήσουν κομμάτια και σε είχαμε στον καναπέ να κοιμάσαι δίπλα μας.  Κάποια στιγμή ξύπνησες και όπως καθόμασταν στον καναπέ είδες στην τηλεόραση να έχει τον αγώνα  μπάσκετ Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός.  

Ο αγώνας είχε διακοπεί λόγω επεισοδίων και έδειχνε στην τηλεόραση τις καλύτερες φάσεις.

Εγώ τότε άρχισα να κάνω ηχητικά εφέ.  Κάθε φορά που έφευγε η μπάλα από τα χέρια παίκτη έκανα ΦΣΣΣΣΣΣΤ και μόλις έμπαινε στο καλάθι έκανα ΜΠΟΙΝΓΚ.
Αυτό ήταν. Είχες ξεκαρδιστεί στα γέλια! Κάθε φορά που το έκανα γελούσες με την ψυχή σου.
Κάτι η ζαλάδα σου, κάτι η νύστα σου, κάτι ο πυρετός και αυτό που έκανα σου φαινόταν τόσο αστείο.

Ευτυχώς ο πυρετός το βράδυ στις 3 είχε πέσει.  Η μαμά σου κι εγώ ηρεμήσαμε κάπως.
Σήμερα είσαι πολύ καλύτερα... Με πυρετό μεν αλλά πολύ πιο λίγο.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Εκδρομή 2

Στην εκδρομή περάσαμε πολύ όμορφα. ήταν και ο θείος ο Αντώνης μαζί μας και τον χαρήκαμε. Το ίδιο και την Αλεξάνδρα βεβαίως βεβαίως την οποία την χάρηκες εσύ πιο πολύ όσο καιρό ήταν εδώ!

Το κακό της εκδρομής ήταν το συνάχι σου που δεν σε άφηνε να κοιμηθείς το βράδυ.  Συνέχεια γκρίνιαζες και ξυπνούσες και δεν κοιμόσουν καλά διότι δεν μπορούσες να ανασάνεις...

Στο ξενοδοχείο έκανες και μια φιλία.  Την Έλλη.  Η Έλλη ήταν 2 ετών (μόλις τρεις μήνες μεγαλύτερή σου) και το μεσημέρι τρώγατε παρέα στον καναπέ δίπλα στην πισίνα κι εγώ σας κράταγα το τάμπλετ και βλέπατε Mickey Mouse clubhouse!

Αστεία στιγμή!  Όταν έκανα βουτιές στην πισίνα κι εσύ έβαζες τα κλάματα γιατί νόμιζες πως κάτι έπαθα! Αφού σταμάτησα να κάνω βουτιές για να μην κλαις!

Έκανες και το πρώτο σου μπανάκι στην πισίνα.  Ήμουν εγώ ήδη μέσα και σε πήρα αγκαλιά μαζί μου.  Φοβήθηκες και ήσουν πολύ αγχωμένος.  Φώναζες "γκαλιά - γκαλιά" και αμέσως σε έβγαλα γιατί δεν θέλω να σε φοβίσω.  Τώρα που το σκέφτομαι, όταν ήσουν 3 μηνών σε είχαμε πάει σε κολυμβητήριο και δεν είχες φοβηθεί.   Μάλλον δεν καταλάβαινες και πολλά τότε.

Πιο αγχωμένη όμως ήταν η μαμά σου.  Δεν σε άφηνε δευτερόλεπτο από τα μάτια της. Έτσι και πλησίαζες την πισίνα σε απόσταση 100 μέτρων αμέσως πεταγόταν να σε προλάβει πριν πέσεις μέσα.  Εγώ δεν σε φοβόμουν ιδιαίτερα διότι είσαι λίγο φοβιτισιάρης και δεν πλησίαζες...



Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Εκδρομή!!

Αυτό το Σαββατοκύριακο θα πάμε εκδρομή στην Κόρινθο με τον θείο Αντώνη και την Αλεξάνδρα.
Έχουν έρθει για μία εβδομάδα από την Αγγλία για να ξεκουραστούν από το δύσκολο χειμώνα που πέρασαν. Κανονίσαμε λοιπόν να πάμε εκδρομούλα κάπου κοντά για να ξασκάσουν!

Εσύ από χθες έχεις καταρροή! Άντε πάλι. Πάνω που σταματήσαμε την αντιβίωση, άρχισες πάλι.
Για να δούμε πόσο θα κρατήσει αυτό. Στεναχωριόμαστε να σε βλέπουμε να βασανίζεσαι γι'αυτό μας κακοφαίνεται αυτό...


Προχθές πήγαμε στο σπίτι του γείτονά μας του Κώστα.  Είχε η γυναίκα του η Όλγα γενέθλια και της κάναμε έκπληξη. Εσύ ξετρελάθηκες με τα παιδάκια του, την Άννα και τον Γιάννη.  Ήσουν ευτυχισμένος που είχες παρεούλα.  Το αστείο της βραδιάς ήταν που είχες βρει μια πλαστική ρακέτα κι έκανες ότι σκότωνες μύγες!  Αντέγραφες εμένα που κυνηγάω τις μύγες και τα κουνούπια με την ηλεκτρική ρακέτα.
Χτύπαγες με την ρακέτα τον τοίχο και φώναζες "Μύα" και έδειχνες με το δάχτυλο τη φανταστική μύγα που σκότωνες!

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση (?)

Η μαμά λέει ότι τις προηγούμενες ημέρες είπες την πρώτη σου ολοκληρωμένη πρόταση.
"Μαμά ένα ντόντο" (ντόντο = μπισκότο)

Η πλάκα είναι ότι κάθε μέρα μιλάς και περισσότερο.  Μόνο ότι δεν γνωρίζεις μας το δείχνεις και κάνει "μμμμ".  Για πολλά πράγματα έχεις βρει τις λέξεις και κουτσά στραβά μας τις λες.

Νομίζω ότι μέχρι τα γενέθλιά σου θα μιλάμε και για αθλητικά!!

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Πουλάκια!

Χθες είχαμε πάει στο νονό τον Θοδωρή και την Γεωργία (αγία)...
Έχουν πουλάκια κι εσύ εκστασιάστηκες όταν τα είδες! Σφυρούσαν κι εσύ γελούσες!
Η μαμά είπε θα σου πάρει ένα για να έχεις στη γιαγιά.